Αρχείο για Ιουνίου, 2015

Ένα ανάγνωσμα για να χαλαρώσουμε από τη φρενίτιδα των ημερών:

Βερολίνο, Γερμανία
Με ένα σενάριο που θα ζήλευε ακόμη και ο κινηματογραφικός αρχαιολόγος Ιντιάνα Τζόουνς, εντοπίστηκαν, μετά από ένα ντόμινο περιστατικών που θυμίζει μυθιστόρημα του συγγραφέα Τζον Λε Καρέ, τα «Άλογα του Χίτλερ»: τα δύο μπρούντζινα αγάλματα που είχε φιλοτεχνήσει ο ναζιστής καλλιτέχνης Γιόζεφ Τόρακ και που αναπαριστούσαν άλογα σε φυσικό μέγεθος και πριν 70 χρόνια ήταν τοποθετημένα στην είσοδο της Καγκελαρίας του Αδόλφου Χίτλερ.Τα Άλογα θεωρούνταν χαμένα για πάνω από 25 χρόνια, καθώς η τελευταία φορά που υπήρχε μια μαρτυρία γι’ αυτά ήταν το 1989, όταν ανέφερε πως τα είχε δει ένας δυτικογερμανός ιστορικός.

Όμως μετά από μια συντονισμένη επιχείρηση των γερμανικών αστυνομικών σε συνεργασία με έναν Ολλανδό ιδιωτικό ντετέκτιβ που κράτησε πάνω από ενάμιση χρόνο, τα δυο χαμένα αγάλματα βρέθηκαν σε μια αποθήκη στο γερμανικό κρατίδιο της Ρηνανίας-Παλατινάτου.

Πως ξετυλίχτηκε το κουβάρι της υπόθεσης

Όλα ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 2013, όταν η γερμανίδα συλλέκτρια έργων τέχνης Εντελτράουντ Ιμελ-Ζάουερ έλαβε ένα τηλεφώνημα από έναν γνωστό της, έναν βερολινέζο έμπορο αυτοκινήτων, ο οποίος την ρωτούσε αν επιθυμεί να αγοράσει δυο έργα τέχνης της ναζιστικής περιόδου έναντι του ποσού των 3.1 εκατομμυρίων ευρώ. Ο ίδιος θα λειτουργούσε ως μεσάζοντας για την όλη διαδικασία, ενώ τα έργα θα μπορούσαν να σταλούν στο σημείο που θα επιθυμούσε η Ζάουερ.

Αυτό που ο «μεσάζοντας» δεν γνώριζε είναι πως η ηλικιωμένη συλλέκτρια ήταν «καρφί» της γερμανικής αστυνομίας για υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας.

Έτσι, η Ζάουερ επικοινώνησε αμέσως με τον Ρενέ Αλόνγκ, τον επικεφαλής του τμήματος έρευνας υποθέσεων αρχαιοκαπηλίας της αστυνομίας του Βερολίνου. Ο Αλόνγκ άρχισε να ερευνά την υπόθεση βήμα βήμα.

Και κάπου εδώ μπαίνει στην ιστορία ο Ολλανδός συλλέκτης έργων τέχνης Μισέλ φαν Ριν…

Ο ολλανδικός παράγοντας

Στις 13 Ιανουαρίου 2014, ο Φαν Ριν έλαβε ένα τηλεφώνημα από έναν Βέλγο έμπορο έργων τέχνης, τον Στίβεν ντε Φρίς (δεν είναι αυτό το πραγματικό του όνομα), ο οποίος τον ρωτούσε αν επιθυμεί να αγοράσει τα δυο Άλογα του Χίτλερ. Ο Φαν Ριν ήταν καταφατικός, αλλά ταυτόχρονα υποψιάστηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά στο όλο σκηνικό.

Έτσι, αυτός επικοινώνησε με τη σειρά του με τον Ολλανδό ντετέκτιβ Άρθουρ Μπραντ, ειδικό επί θεμάτων έργων τέχνης κι αρχαιοκαπηλίας.

Τώρα εκτός από τον Αλόνγκ, ένας δεύτερος αστυνομικός –ιδιωτικός αυτή τη φορά- ερευνούσε την υπόθεση. Κι ήταν θέμα χρόνου να συναντηθούν οι δρόμοι των δυο αντρών.

Ο σκιώδης αμερικανός συλλέκτης

Ο Αλόνγκ έφτασε με κάποιο τρόπο στην άκρη του κουβαριού κι ανακάλυψε το ρόλο του Μπραντ. Επικοινώνησε μαζί του και οι δυο άντρες συνεργάστηκαν για να ξεσκεπάσουν την υπόθεση.

Ο Αλόνγκ συμβούλεψε τον Μπραντ να περιμένει να περάσουν λίγοι μήνες, προκειμένου να μην κινήσει τις υποψίες, και τελικά τον Δεκέμβριο του 2014 επικοινώνησε με τον Ντε Φρις.

Όχι φυσικά ως Μπραντ, αλλά υποδυόμενος τον μεσάζοντα για έναν πλούσιο αμερικανό συλλέκτη, ονόματι «Μος» (χωρίς να δώσει το μικρό όνομα του πελάτη του).

Οι δυο άντρες μίλησαν στις αρχές του τρέχοντος έτους και τελικά συμφώνησαν να συναντηθούν στο Άμστερνταμ στις 21 Φεβρουαρίου.

Η συζήτηση τους, που έλαβε χώρα σε ένα ακριβό εστιατόριο της πόλης, καταγράφηκε ηχητικά από τον Μπραντ μέσω ενός ειδικού μικροφώνου-μινιατούρα που φορούσε στο πουκάμισο του.

Ο Ντε Φρις ενημέρωσε τον Μπραντ πως ο πωλητής των αλόγων είναι ένας ηλικιωμένος συλλέκτης που ανήκει σε γνωστή οικογένεια της Γερμανίας, που στο παρελθόν συνδέθηκε με το ναζιστικό καθεστώς. Τα άλογα κόστιζαν τέσσερα εκατ. ευρώ έκαστο, ήτοι το κόστος ήταν οκτώ εκατ. ευρώ.

Ο Μπραντ ζήτησε να δει από κοντά τα δυο Άλογα του Χίτλερ, όμως ο Ντε Φρις διαρκώς έβρισκε μια δικαιολογία για να υπεκφύγει. Ας πούμε, αντί για τα άλογα, κάποια στιγμή του πρότεινε να αγοράσει, έναντι 300.000 ευρώ, ένα ακριβό ασημένιο στυλό που υποτίθεται πως ο Χίτλερ είχε κάνει δώρο στον Χέρμαν Γκέρινγκ.

Ο Μπραντ με τη σειρά του επέμενε να δει από κοντά τα δυο άλογα, που στο μεταξύ είχε μάθει πως βρίσκονταν κρυμμένα, μαζί με άλλα έργα τέχνης των Ναζί, σε μια αποθήκη στο γερμανικό κρατίδιο της Ρηνανίας-Παλατινάτου.

Ο Αλόνγκ αποφάσισε πως δεν υπήρχε λόγος να καθυστερεί κι άλλο η υπόθεση και τελικά η γερμανική αστυνομία σε μια συντονισμένη της έφοδο στα μέσα του περασμένου Μαΐου, βρήκε τόσο τα Άλογα, όσο και κάποια χαμένα γλυπτά του Φριτζ Κλιμς καθώς και ένα τεράστιο ανάγλυφο πέντε επί δέκα μέτρων του Άρνο Μπρέκερ.

Τα έργα πλέον ανήκουν στη γερμανική κυβέρνηση, η οποία θα αποφασίσει για την τύχη τους.

Ο Χίτλερ στα βήματα του… Πικάσο

Κι όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που υπάρχει ακόμη ενδιαφέρον τόσο για έργα τέχνης της ναζιστικής περιόδου, όσο και για πίνακες φιλοτεχνημένους από τον ίδιο τον Φύρερ.

Δια του λόγου το αληθές, πριν μερικές ημέρες πουλήθηκαν σε δημοπρασία στη Νυρεμβέργη της Γερμανίας 14 υδατογραφίες του Αδόλφου Χίτλερ για το συνολικό ποσό των 391.000 ευρώ.

Όλα τα έργα, που φιλοτεχνήθηκαν κάπου μεταξύ 1904-1922, φέρουν την υπογραφή «A. Hitler» και περιλαμβάνουν κτίρια στη Βιέννη, τοπία στην ομίχλη από την Πράγα και μία γυμνή γυναίκα.

Σύμφωνα με τον οίκο δημοπρασιών οι πλειοδότες ήταν επενδυτές από την Κίνα, την Γαλλία, την Βραζιλία, την Γερμανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Η γερμανική νομοθεσία επιτρέπει την πώληση έργων τέχνης του Χίτλερ, με τον όρο να μην περιέχουν σύμβολα των Ναζί.


Κωνσταντίνος Τσάβαλος

Newsroom ΔΟΛ

 

Advertisements

To soundtrack του κρίσιμου τριημέρου:

Περισσότερα από 70 χρόνια χρειάστηκε μια Γερμανίδα παιδίατρος για να πάρει το διδακτορικό της.

Η  Ίνγκεμποργκ Σιλμ-Ράποπορτ, ηλικίας πλέον 102 ετών, κατάφερε να πάρει το διδακτορικό της, το οποίο της είχαν στερήσει οι ναζί το 1938 λόγω της εβραϊκής της καταγωγής.

«Η κυρία Ίνγκεμποργκ Σιλμ – Ράποπορτ παρέλαβε επίσημα σήμερα το δίπλωμά της στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Αμβούργου – Έπεντορφ (UKE)» ανακοίνωσε η κλινική, επισημαίνοντας ότι είναι «πιθανόν η πλέον ηλικιωμένη στον κόσμο που αποκτά διδακτορικό τίτλο».

Η κ. Σιλμ – Ράποπορτ είχε σπουδάσει στην Ιατρική Σχολή του Αμβούργου και είχε εργαστεί ως ειδικευόμενη ιατρός στο Ισραηλιτικό Νοσοκομείο της πόλης το διάστημα μεταξύ 1937 και 1938, μια περίοδο κατά την οποία εκπόνησε τη διπλωματική της διατριβή με θέμα τη διφθερίτιδα.

Ωστόσο δε μπόρεσε ποτέ να υποβάλει και να παρουσιάσει τη διατριβή της και να λάβει το διδακτορικό της καθώς η εθνικοσοσιαλιστική διοίκηση του πανεπιστημίου «εφαρμόζοντας τους φυλετικούς νόμους που βρίσκονταν σε ισχύ» εκείνη την εποχή την εμπόδισε «λόγω της εβραϊκής της καταγωγής» εξήγησε το UKE.

Την 15η Μαΐου, σε ηλικία 102 ετών, πέρασε με επιτυχία την προφορική αυτή εξέταση ενώπιον μιας τριμελούς επιτροπής καθηγητών που ήρθαν ειδικά από το Αμβούργο και την επισκέφθηκαν στο διαμέρισμά της στο Βερολίνο.

«Έπειτα από περίπου 80 χρόνια, τελικά καταφέραμε (…) να αποκαταστήσουμε ένα μικρό μέρος της αδικίας, αυτό μας γεμίζει ικανοποίηση» δήλωσε ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του πανεπιστημιακού νοσοκομείου, Μπούρκχαρντ Γκέκε στην τελετή απονομής του διπλώματος.

Η κ. Ίνγκεμποργκ είχε γεννηθεί το 1912 και έφυγε το 1938 για τις ΗΠΑ. Εκεί έγινε παιδίατρος και γνώρισε τον μέλλοντα σύζυγό της, Σάμουελ Μίτζα Ράποπορτ, με τον οποίο απέκτησαν 4 παιδιά.

Το 1952 λόγω του κλίματος που είχε δημιουργήσει ο γερουσιαστής Τζόζεφ Μακάρθι με το «κυνήγι μαγισσών» εναντίον κάθε ενδεχόμενου υποστηρικτή του σοβιετικού μπλοκ, η κ. Ράποπορτ, η οποία ήταν κομμουνίστρια, όπως άλλωστε και ο σύζυγός της, επέστρεψε στην ανατολική Γερμανία.

Το 1969 η κ. Σιλμ Ράποπορτ ίδρυσε, στο νοσοκομείο της Φιλανθρωπίας, την πρώτη έδρα νεογνολογίας στη Γερμανία. Σήμερα ζει στο διαμέρισμά της που βρίσκεται στην πρώην ανατολική Γερμανία.

Αναδημοσίευση από το Κουτί της Πανδώρας

First we take Manhattan, then we take Berlin