Πού χάθηκε το αριστούργημα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι;

Posted: Ιανουαρίου 22, 2011 in @press - Επιλογές απ' τον Τύπο, Ιστορίες μυστηρίου
Ετικέτες:

Του Veziane De Vezins

«Η Μάχη του Ανγκιάρι» θα μπορούσε να είναι το αριστούργημα του Ντα Βίντσι, αλλά το ημιτελές έργο έχει εξαφανιστεί από το 1563

Η πλειονότητα των περιπετειών της ανθρώπινης ιστορίας θα βυθιζόταν στη λήθη, αν οι «δημοσιογράφοι» της εποχής δεν αναλάμβαναν να τις απαθανατίσουν στο μάρμαρο, στο κανναβάτσο ή στα γραπτά τους. Κάποια επεισόδια, σπάνια, αποκτούν την υπόσταση της εικόνας. Ξεπερνούν κατά πολύ, λόγω της φήμης τους, την ασημαντότητα της αφορμής τους. Ενα από αυτά είναι και «Η Μάχη του Ανγκιάρι». Για την αψιμαχία αυτή, που έλαβε χώρα στις 29 Ιουνίου 1440 και κατέληξε σε νίκη των Φλωρεντινών, με επικεφαλής τους Ατεντόλο και Ορσίνι, επί των Μιλανέζων υπό τον Πιτσινίνο, ο Μακιαβέλι ειρωνευόμενος είπε: «Και σε μια τόσο μακρά αντιπαράθεση, που διήρκεσε είκοσι τέσσερις ώρες, δεν πέθανε παρά ένας άνθρωπος, όχι από ένα γενναίο πολεμικό κατόρθωμα αλλά λόγω πτώσης από το άλογο». Είναι ωστόσο ακριβώς αυτή η στιγμή του κλεφτοπόλεμου των ιταλικών δημοκρατιών, σκιτσαρισμένη από τον μεγάλο Ντα Βίντσι, που στοιχειώνει τον κόσμο της τέχνης επί σχεδόν πέντε αιώνες.

Αυτή η νωπογραφία που υποτίθεται πως θα καταλάμβανε έναν τοίχο της μεγάλης αίθουσας του Συμβουλίου στο Παλάτσο Βέκιο της Φλωρεντίας, και άρχισε το 1505 κατόπιν παραγγελίας των νικητών για να εξυμνήσουν τη δόξα τους, αυτή η ημιτελής νωπογραφία που έχει καταχωριστεί ως ένα από τα αριστουργήματα του Λεονάρντο, δεν υπάρχει πια. Από το 1563, ουδείς το έχει ξαναδεί. Ο Τζόρτζιο Βαζάρι (της «Μάχης του Μαρκιανού») ήταν από αυτούς που πρόλαβαν να το δουν. Φλύαρος βιογράφος καλλιτεχνών και παραγωγικός επίσημος ζωγράφος, ο «Τζόρτζιο για-όλες-τιςδουλειές- του Μικελάντζελο» είναι όχι μόνο ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών σχετικά με την ιταλική Αναγέννηση, αλλά επίσης εκείνος που εξαιτίας του εξαφανίστηκε η περίφημη «Αρλεζιάνα της Φλωρεντίας». Και είναι γι΄ αυτό που, πριν αφηγηθούμε τον σύγχρονο πόλεμο στον οποίο έχουν επιστρατευτεί η επιστήμη και η χρόνια ένδεια της εκείθεν των Αλπεων έρευνας για την υποθετική επιβίωση αυτής της εικόνας, οφείλουμε να ανασκάψουμε τις προσχώσεις που συσσώρευσαν οι δύο πρωταγωνιστές και ο χρόνος. Από την πλευρά του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, τα πράγματα είναι σχετικά σαφή. Αρκεί μόλις ένα αχνό σφουμάτο για να θολώσει την πραγματοποίηση του «Αγώνα για το Λάβαρο», του μοναδικού κομματιού, αρχικά σχεδιασθέντος τεράστιου τριπτύχου, που υλοποιήθηκε στην αίθουσα του Συμβουλίου (ή αίθουσα των Πεντακοσίων). Με ένα συμβόλαιο του 1503, ο υδρολόγος- ζωγράφος – εφευρέτης δεν θα αρχίσει το έργο παρά στις 6 Ιουνίου 1505. Αναφέρει σε μια σημείωση: «Τη στιγμή που έπιασα το πινέλο ο καιρός χάλασε, (…) το προσχέδιο σκίστηκε, το νερό χύθηκε και το βάζο που το περιείχε έσπασε». Αμα κάτι στραβώσει απ΄ την αρχή… Στο μεταξύ, είχε συζητήσει τις τιμές, είχε σκαρώσει μια σκαλωσιά, είχε προσλάβει μαθητευόμενους και, κυρίως, είχε ετοιμάσει το κεντρικό σχέδιο. Στο κεφάλαιό του το αφιερωμένο στον Λεονάρντο, ο Βαζάρι, συγγραφέας του Vite de piu eccellenti pittori, scultori e architettori (Βίοι των πιο εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων), καίει λιβανωτούς για «τη μανία και τη λύσσα των ανδρών και των αλόγων(…), τη μυϊκή τους δύναμη, τη χάρη και την ομορφιά τους». Η μαεστρία των προσώπων και των αλόγων τονιζόταν επί πενήντα έτη στους τουριστικούς οδηγούς της εποχής. Και είναι ακριβώς το μοτίβο που θα αντιγραφεί in vivo από τον Λορέντζο Τζάκια τον νεώτερο και, αργότερα, θα επανερμηνευθεί από τον Ολλανδό Πίτερ-Πάουλ Ρούμπενς.

Το ζήτημά μας όμως δεν είναι αυτό. Οταν ο ανταγωνιστής του Μιχαήλ Άγγελου- που και εκείνος επιλέχθηκε για τη νέα διακόσμηση του Μεγάρου με μια περίφημη «Μάχη της Κασσίνας»- πιάνει επιτέλους τα πινέλα του in situ, το κάνει πειραματιζόμενος με μια επαναστατική μείξη, την οποία έχει πάρει από τον Πλίνιο. Αρχίζει να ζωγραφίζει πάνω στον σοβά και… τα χρώματα ξεβάφουν, το υπόστρωμα, υπερβολικά ζεσταμένο, ξεραίνεται, η κλονισμένη θέληση του Ντα Βίντσι βουλιάζει. Προς μεγάλη οργή του χρηματοδότη Πιέρο Σοντερίνι, ο καλλιτέχνης γίνεται καπνός με μια σεβαστή προκαταβολή, υποσχόμενος ότι θα επιστρέψει σε τρεις μήνες. Στην πραγματικότητα, από το Μιλάνο στη Γαλλία του Λουδοβίκου ΧΙΙ που τον κάλεσε για «να του φτιάξει κάποιο έργο ο ίδιος», δεν είναι η πρώτη φορά που τα αναβάλλει όλα για… μεθαύριο.

Ωστόσο είναι, χωρίς αμφιβολία, η πρώτη φορά που αναθέτουν στον Βαζάρι μια τόσο κολακευτική αποστολή. Εξήντα χρόνια αφότου ο καλλιτέχνης είχε καταστρέψει το πολλά υποσχόμενο έργο του, οι Μέδικοι, νέοι νικητές της Φλωρεντίας, αξιώνουν νέα εγκώμια. Τέρμα λοιπόν «Η Μάχη του Ανγκιάρι». Ο Βαζάρι απλώνει στη θέση του τοίχου του Ντα Βίντσι και επάνω σε άλλες επιφάνειες το δικό του επίστρωμα των εγκωμίων γι΄ αυτούς που τον πληρώνουν. Το κεντρικό ερώτημα είναι το εξής: «Η Μάχη του Μαρκιανού» εκτελέστηκε πάνω στον «Αγώνα για το Λάβαρο»; Ή μήπως από πάνω του; Το έργο του Ντα Βίντσι θα επιβίωνε πίσω από ένα διπλό τοίχωμα;

Ουδείς αμφισβητεί ότι ο Βαζάρι είναι ένας «συντηρητικός» με όλη τη σημασία της λέξης, άρα και «διατηρητής, συντηρητής». Ο Σταντάλ τον κακολόγησε ως «ψυχή ψυχρή, ό,τι χρειάζεται για να πετύχει κανείς, αν και καλλιτέχνης επίπεδος». Οχι και ιδιαίτερα κολακευτικός, ωστόσο, σαφής: αυτός ο επιτήδειος και μαχητικός διπλωμάτης δεν θα έκανε τίποτα που θα μπορούσε να αμαυρώσει τη φήμη του. Ποτέ δεν θα κάλυπτε τον μέγα Λεονάρντο. Εξάλλου, προστάτευσε έναν Μαζάτσιο στον ναό της Σάντα Μαρία Νονέλα πριν ζωγραφίσει την Αγία Τριάδα του. Ο σεβασμός, η αγάπη για την τέχνη, η σχολαστικότητα και η ευσυνειδησία…

Οπότε ο Μαουρίτσιο Σερατσίνι είναι σχεδόν πεισμένος πως η «Μάχη του Ανγκιάρι» βρίσκεται μάλλον στο παλάτι της Φλωρεντίας. Και ποιος είναι πάλι αυτός ο Σερατσίνι; Ενα είδος ανθρώπου-ορχήστρας του 20ού αιώνα, μετρ στην τεχνική της ανίχνευσης του αόρατου. Επικουρούμενος από τον ιστορικό τέχνης Κάρλο Πεντρέτι, εγκαταστάθηκε στην αίθουσα των Πεντακοσίων στα μέσα της δεκαετίας του ΄70, οπλισμένος με όλα τα επιτεύγματα της οπτικής και κυματικής μηχανικής της εποχής. Το 1977, η θερμογραφία δεν ήταν αυτό που είναι σήμερα. Για να πάρει μια ιδέα της αρχικής δομής του χώρου, ο Μαουρίτσιο αναγκάστηκε να βγάλει όλα τα εργαλεία του, να σαρώσει τους τοίχους με υπερήχους, να τους στηθοσκοπήσει με τον υπερηχογράφο. Και… θρίαμβος! Το τοίχωμα αποτελούνταν από δύο διαφορετικά στρώματα γύψου! Συνεπώς, υπήρχε πιθανότητα να κρύβεται μια άλλη σκηνή πίσω από εκείνη του Βαζάρι. Ακόμη καλύτερα, στα δεκαπέντε μέτρα πάνω από το δάπεδο διέκρινε μόλις ορατές πάνω σε μια μικρή πράσινη σημαία μέσα στην τεράστια «Μάχη του Μαρκιανού» τις λέξεις που συνόψιζαν το πνεύμα του Κώδικα Ντα Βίντσι: «Cerca e trova» (Ψάξε και βρες). Αυτό ακρι

Αυτή η νωπογραφία του Λεονάρντο δεν υπάρχει πια. Ακόμη χειρότερα, ελάχιστοι σύγχρονοι της δημιουργίας του είχαν την ευκαιρία να τη θαυμάσουν

βώς έκανε ο Σερατσίνι 450 χρόνια αργότερα. Ωστόσο, μαζί με τις καλές ειδήσεις υπάρχει και η κακή: οι πιστώσεις εξαντλήθηκαν. Το 1978, ο ερευνητής μας επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος για να ανακαλύψει το ανέλπιστο: παρά τους σαρκασμούς των τενόρων της τέχνης, η τοιχογραφία του Βαζάρι που έκλεινε το μάτι στον υποψιασμένο επισκέπτη με το «Ψάξε και βρες», είχε… καθαιρεθεί. Επάνω στην απογυμνωμένη επιφάνεια των τούβλων δεν υπάρχει… τίποτα. Ούτε ίχνος από Ντα Βίντσι, εκτός από τις λίρες στα ταμεία του μουσείου. Ο Μαουρίτσιο κατάντησε ο περίγελως των θαμώνων των μουσείων επί είκοσι χρόνια. Η δεσπόζουσα άποψη, σύμφωνα με την οποία το έργο είχε σαμποτάρει ο ίδιος ο δημιουργός του και μάλλον αυτοκαταστράφηκε όσο εκείνος ζούσε, επανέρχεται δριμύτερη. Και ο Σερατσίνι, επίσης. Τη δεκαετία του ΄90, περιστοιχιζόμενος από ραντάρ, σόναρ και κάμερες υπερύθρων, επιστρέφει. Σκαλίζοντας τα φλωρεντινά αρχεία, ξετρυπώνει ένα αντίγραφο της «Μάχης για το Λάβαρο», το σκανάρει και φέρνει στο φως μια ημερομηνία: 1553. Δηλαδή, 50 χρόνια μετά το πρωτότυπο.

Επιβεβαίωση πως το έργο του Ντα Βίντσι υπήρχε ακόμα όταν ο Βαζάρι άρχισε το δικό του. Ενας αμερικανός πανεπιστημιακός παρεμβαίνει στην υπόθεση: ο Λεονάρντο, που δεν θα είχε βέβαια τη λεπτότητα του βιογράφου του, θα ζωγράφιζε κατευθείαν πάνω σε μια προγενέστερη σκηνή: Το Duodici Βuonomini (το δωδεκαμελές κυβερνητικό συμβούλιο της Φλωρεντίας). Μόνον ο φαρδύς ανατολικός τοίχος της μεγάλης αίθουσας μπορούσε να χωρέσει αυτούς τους «δώδεκα άρχοντες». Δηλαδή, ακριβώς τη θέση που ο Σερατσίνι είχε ερευνήσει 20 χρόνια νωρίτερα! Ο άνθρωπος-ορχήστρα επιστρατεύει αμέσως το εκμοντερνισμένο οπλοστάσιό του, το οποίο αποκαλύπτει, ολοκάθαρα αυτή τη φορά, ένα κενό 2-3 εκατοστών πίσω από τη «Μάχη του Μαρκιανού»! Η ιστορία τραυλίζει: αίτηση να αφαιρεθεί η τοιχογραφία, αμηχανία και μπερδέματα, χρονοτριβές, εξάντληση της υπομονής των αρχών και των χρημάτων τους…

Εχοντας βαρεθεί πλέον, ο πεισμωμένος παραγκωνισμένος θα στρέψει τη βουλιμία του στην «Προσκύνηση των Μάγων», ακόμη ένα ημιτελές και αφημένο στην τύχη του έργο του Ντα Βίντσι. Και να που σήμερα ο Ζακ Φρανκ, ειδήμων στον Λεονάρντο στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας (UCLΑ), μας πετάει κατάμουτρα: «Ακόμα και αν η Μάχη του Ανγκιάρι βρισκόταν πράγματι κάτω από τη Μάχη του Μαρκιανού, δεν είναι βέβαιο πως απομένουν και πολλά να δούμε εξαιτίας των τεράστιων προβλημάτων συντήρησης». Αρα, κομμένη η συζήτηση. Σου ΄ρχεται να βάλεις τα κλάματα. Τόσες προσπάθειες για το τίποτα!

Αναδημοσίευση από Τα Νέα

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s