Η γέννηση της ιστορίας στην αρχαία Ελλάδα

Posted: Φεβρουαρίου 2, 2010 in @press - Επιλογές απ' τον Τύπο, Εκδόσεις

Η γέννηση της ιστορίας στην αρχαία Ελλάδα
Τα στάδια της αφηγηματικής ανασύνθεσης του παρελθόντος με βάση την κριτική επεξεργασία της παράδοσης και την αναζήτηση της αλήθειας

Του Ι. Μ. Κωνσταντακου

Αντώνης Β. Ρεγκάκος, «Επινοώντας το παρελθόν. Γέννηση και ακμή της ιστοριογραφικής αφήγησης στην κλασική αρχαιότητα», εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2009, σελ. 239.

Από την Καθημερινή

ΕΡΕΥΝΑ. Η ιστοριογραφία, όπως τη γνωρίζουμε στη δυτική παράδοση, είναι επινόηση του ελληνικού πνεύματος. Στους ανατολικούς πολιτισμούς (Αίγυπτο, Μεσοποταμία, Συρία) καλλιεργήθηκε βέβαια από νωρίς η καταγραφή παρελθοντικών γεγονότων, είτε με συνοπτικό χρονογραφικό τρόπο είτε με την πρόθεση της εξύμνησης βασιλικών κατορθωμάτων, είτε τέλος υπό το πρίσμα μιας θεολογικής θεώρησης του κόσμου. Ο,τι όμως εννοούμε σήμερα με τον όρο ιστορία, δηλαδή η εκτεταμένη αφηγηματική ανασύνθεση του παρελθόντος που βασίζεται στην κριτική επεξεργασία της παράδοσης και στην αναζήτηση της αλήθειας, γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Το νέο βιβλίο του καθηγητή Αντώνη Ρεγκάκου μάς ξεναγεί με τρόπο εύληπτο και γοητευτικό στα πρώτα στάδια της πνευματικής αυτής περιπέτειας, επισκοπώντας το έργο των αρχαιότερων Ελλήνων ιστορικών μέχρι και τον Θουκυδίδη.

Οι «παππούδες»

Ο Ηρόδοτος κέρδισε τον τίτλο του πατέρα της ιστορίας. Ομως το είδος είχε και παππούδες: τους πρώτους «λογογράφους», τους πιονιέρους του αρχαιοελληνικού πεζού λόγου, που το έργο τους σώζεται σήμερα μόνο σε αποσπάσματα. Κορυφαίος ανάμεσά τους ο πολύπλευρος Εκαταίος από τη Μίλητο: οι «Γενεαλογίες» του ήταν η πρώτη προσπάθεια να συστηματοποιηθούν οι γνώσεις για το παρελθόν, ενώ το έργο του «Περιήγηση της γης» έθεσε τις βάσεις της γεωγραφίας και της εθνογραφίας. Αυτός και οι άλλοι πρώιμοι «ιστορικοί» εισήγαγαν βασικά εργαλεία της ιστοριογραφικής πρακτικής: την κριτική στάση έναντι της παράδοσης, την προσωπική έρευνα για συλλογή πληροφοριών, τον έλεγχό τους με βάση τις αρχές του πιθανού και του εύλογου, τη χρήση συστημάτων χρονολόγησης για την οργάνωση του υλικού. Ορισμένοι, όπως ο καλοζωιστής Ιων από τη Χίο, περιέλαβαν ακόμη νοβελιστικές διηγήσεις ή διασκεδαστικά ανέκδοτα, καλλιεργώντας την ιστοριογραφία ως τέχνη αφηγηματική. Το εισαγωγικό τμήμα του βιβλίου επισκοπεί όσα γνωρίζουμε γι’ αυτούς τους πρώτους ιστορικούς, καλύπτοντας ένα κενό στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία. Για πρώτη φορά σε ελληνικό εγχειρίδιο παρατίθενται και μεταφράζονται αποσπάσματα αυτών των συγγραφέων και ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με αυθεντικά δείγματα της γραφής τους.

Το μνημειώδες σύγγραμμα

Το δεύτερο τμήμα είναι αφιερωμένο στον Ηρόδοτο. Με ανάμεικτο ελληνικό και καρικό αίμα στις φλέβες του, ισορροπώντας μεταξύ Ελλάδας και Ανατολής, ο ιστορικός από την Αλικαρνασσό ταξίδεψε στην ανατολική Μεσόγειο, στην περσική αυτοκρατορία και στον Εύξεινο Πόντο για να συλλέξει το πολυποίκιλο υλικό της δημιουργίας του. Το μνημειώδες σύγγραμμά του ήταν κάτι πρωτοφανές στην έως τότε ελληνική πεζογραφία για τη μακρόπνοη σύλληψη και τη σύνθετη κατασκευή του. Ο σκοπός του Ηρόδοτου ήταν διττός: από τη μία πλευρά να εξιστορήσει τους Περσικούς Πολέμους, ιδωμένους στο πλαίσιο της μακρόχρονης και συχνά επεισοδιακής επαφής της Ελλάδας με τον ανατολικό κόσμο. Από την άλλη, να χωρέσει στο έργο του όλα όσα είχε κατορθώσει να μάθει κατά τη φιλέρευνη ζωή του, να περισώσει από τη λήθη το τεράστιο απόθεμα των γνώσεών του, δίνοντάς τους αυτόνομη ύπαρξη μέσω της γραφής. Αυτήν την επιθυμία μαρτυρούν τα αδιάκοπα ξεστρατίσματα από το κεντρικό του θέμα, οι πολυάριθμες εθνογραφικές, γεωγραφικές και επιστημονικές παρεκβάσεις του, οι συναρπαστικές αφηγήσεις που συλλέγει και αναπλάθει. Ο Ηρόδοτος δεν είναι μόνο πατέρας της ιστορίας, αλλά και ο πρώτος ίσως εγκυκλοπαιδιστής της Ευρώπης.

Τα τεχνάσματα του Ηρόδοτου

Ο συγγραφέας του βιβλίου επισκοπεί με διαύγεια τις διάφορες πλευρές της ηροδότειας «Ιστορίας», τα προβλήματα της σύγχρονης έρευνας, τις αντιμαχόμενες θεωρίες και προσεγγίσεις των μελετητών. Παραπέμπει στα καλύτερα σχετικά μελετήματα της διεθνούς βιβλιογραφίας και προσφέρει έναν πολύτιμο βιβλιογραφικό οδηγό για τον φιλομαθή φοιτητή και τον νέο ερευνητή. Περίοπτη θέση καταλαμβάνει η ανάλυση της αφηγηματικής τεχνικής του έργου, ιδίως υπό το φως της σύγχρονης αφηγηματολογίας. Παρά τη φαινομενική αφέλεια και απλότητα της, η αφήγηση του Ηρόδοτου είναι γεμάτη τεχνάσματα που οργανώνουν το πολυποίκιλο υλικό σε ενιαία σύνθεση. Διαφορετικά τμήματα του έργου συνδέονται με εσωτερικούς συνειρμούς και επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όπως η αποτυχημένη εκστρατεία, η αντίθεση μεταξύ ελληνικής λιτότητας και ανατολικής χλιδής, ο φθόνος των θεών, η μεταβολή της τύχης. Ο ιστορικός παίζει με τις προσδοκίες και χειραγωγεί την αγωνία του κοινού του, επιβραδύνει τον αφηγηματικό ρυθμό για να δημιουργήσει σασπένς και δημιουργεί έξοχες δραματικές σκηνές φωτίζοντας τις σκέψεις και τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών του.

Επανειλημμένα διαπιστώνουμε πόσο πολλά έχει διδαχτεί ο Ηρόδοτος από τους αφηγηματικούς τρόπους του ομηρικού έπους. Αρχαίες μαρτυρίες τον δείχνουν να παρουσιάζει τμήματα του έργου του σε μορφή διαλέξεων. Ετσι, ο ιστορικός προβάλλει ως διάδοχος των επικών αοιδών, ένας νέος δεξιοτέχνης της προφορικής αφήγησης, με όργανο τώρα τον πεζό λόγο. Πάνω από όλα, όμως, ο Ηρόδοτος υπήρξε ένας διανοούμενος της εποχής του. Η έμφασή του στην προσωπική έρευνα, η πολεμική του ενάντια σε ανταγωνιστές με διαφορετικές απόψεις, η καθολική του περιέργεια για τον φυσικό κόσμο και τον ανθρώπινο πολιτισμό τον φέρνουν κοντά στους σοφιστές και τους επιστήμονες που σημάδεψαν την ελληνική πνευματική ζωή του 5ου αιώνα.

Η τέχνη του Θουκυδίδη

Το τρίτο τμήμα του βιβλίου επικεντρώνεται στον Θουκυδίδη. Δύσκολα φαντάζεται κανείς έναν συγγραφέα πιο διαφορετικό από τον Ηρόδοτο. Γραμμική αφήγηση, χρονογραφική οργάνωση του υλικού, συγκέντρωση στο κύριο θέμα και αποφυγή των παρεκβάσεων, όλα μαρτυρούν εντελώς διαφορετική ιστοριογραφική αντίληψη. Ωστόσο, η σύγχρονη αφηγηματολογική έρευνα αποκαλύπτει πως ο Θουκυδίδης, με τον δικό του τρόπο, είναι αφηγητής το ίδιο ικανός και γεμάτος τεχνάσματα όσο ο Αλικαρνασσέας προκάτοχός του. Και όχι μόνο αυτό: από πολλές απόψεις ο Θουκυδίδης έχει διδαχθεί στρατηγήματα και τρόπους αφήγησης από το ηροδότειο έργο, όπως τον χειρισμό του αφηγηματικού ρυθμού, τη χρήση ενοποιητικών μοτίβων και συνειρμών, τη δημιουργία αγωνίας. Ομως ο Θουκυδίδης στοχάζεται συνειδητά γύρω από την ιστορική του μέθοδο και τις δυνατότητές της, φέρνοντας κάτι ριζικά νέο στην ιστοριογραφία. Για πρώτη φορά τίθεται ρητά ως στόχος του ιστορικού η αναζήτηση της αλήθειας.

Θουκυδίδης και Ηρόδοτος συγκλίνουν τελικά στους διδακτικούς σκοπούς της συγγραφής τους. Ο Ηρόδοτος, γράφοντας στις αρχές του Πελοποννησιακού Πολέμου, φαίνεται να εννοούσε το έργο του ως έμμεση προειδοποίηση κατά του αθηναϊκού επεκτατισμού. Ο Θουκυδίδης πάλι, στο τέλος του ίδιου πολέμου, πάσχιζε να εξαγάγει από αυτόν γενικά διδάγματα που θα χρησίμευαν στις μελλοντικές γενιές. Το βιβλίο του καθηγητή Ρεγκάκου προσφέρει μια εξαιρετικά καλογραμμένη και μεθοδική εισαγωγή στην έρευνα γύρω από τους δύο κορυφαίους ιστορικούς και μας καλεί να αναλογιστούμε την αξία που μπορεί να έχει το έργο τους για εμάς σήμερα.

Ο Ι. Μ. Κωνσταντάκος είναι επίκουρος καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s