Το πρόβλημα και οι συνέπειες των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα

Posted: 25 Αυγούστου, 2009 in Νοητικό σύμπαν - Επιλογές από την μπλογκόσφαιρα, Οικολογία

Για τις συνέπειες των τελευταίων πυρκαγιών έδωσε χθες συνέντευξη Τύπου το WWF Ελλάς

Για το πρόβλημα των δασικών πυρκαγιών στη χώρα μας είχε μιλήσει πριν από δύο χρόνια ο Δρ. Παύλος Κωνσταντινίδης, Ερευνητής Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών Θεσσαλονίκης– ΕΘΙΑΓΕ

Μακροσκελής αλλά σημαντικότατη η ομιλία αυτή καλύπτει όλες τις πτυχές του προβλήματος. Αξίζει να την μελετήσετε.

Αναδημοσιεύεται από το forum του www.oikologio.gr

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΝΕΑΣ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ «Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ»
19 Οκτωβρίου 2007
ΟΡΓΑΝΩΣΗ
ΟΙΚΟΛΟΓΙΟ – ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ Π.Π. ΝΕΑΣ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ
ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ
ΔΗΜΟΣ ΝΕΑΣ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ

http://www.oikologio.gr
Email: info@oikologio.gr

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΔΡ. ΠΑΥΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΝΕΑΣ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ
ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΩΝ ΕΘΕΛΟΝΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΝΕΑΣ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΛΟΓΙΟΥ

Η ΟΜΙΛΙΑ ΕΛΑΒΕ ΧΩΡΑ ΣΤΙΣ 19 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2007

Κύριε Δήμαρχε, Κύριε Αντιδήμαρχε, Κυρίες και Κύριοι,
θα ήθελα να ευχαριστήσω πρώτα απ΄ όλα τους Εθελοντές Πολιτικής Προστασίας της
Νέας Φιλαδέλφειας όπως επίσης και το Οικολόγιο, την Ανεξάρτητη Διαδικτυακή Πρωτοβουλία
Πολιτών του Περιβάλλοντος, για την τιμή που μου έκαναν να με προσκαλέσουν σήμερα σ’
αυτή τη συνάντηση.
Σήμερα θα μιλήσουμε για το πρόβλημα των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα και θα
προσπαθήσουμε να καλύψουμε όσο μπορούμε περισσότερα από ένα τόσο μεγάλο θέμα, το
οποίο δεν καλύπτεται σε μια συνάντηση. Αυτό που θα σας παρακαλέσω όλους πριν
ξεκινήσουμε είναι να…
ΞΕΧΑΣΕΤΕ Ο,ΤΙ ΞΕΡΕΤΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΑΣΙΚΕΣ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ!
Ό,τι ακούσατε, ό,τι θυμάστε από το σχολείο!
Και κυρίως ό,τι έχετε δει απ’ την τηλεόραση κι απ’ τις εφημερίδες!
Κι ας προσπαθήσουμε όλοι μαζί να δούμε τι ρόλο έχουν παίξει οι δασικές πυρκαγιές
στη δημιουργία και διατήρηση των μεσογειακών οικοσυστημάτων, δηλαδή των πευκοδασών
τα οποία έχουμε στις παραλίες μας και του ωραίου πευκοδάσους που πριν από λίγο
επισκέφθηκα στη Ν. Φιλαδέλφεια.
Καταρχήν, θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι οι δασικές πυρκαγιές προϋπήρχαν του
ανθρώπου. Απλώς ο άνθρωπος όταν εμφανίστηκε στον πλανήτη δημιούργησε τις δικές του
πυρκαγιές κι έτσι αύξησε το φαινόμενο και το μετέτρεψε σε πρόβλημα.
Πυρκαγιές στα δάση συνέβαιναν ανέκαθεν εξαιτίας της συγκέντρωσης τεράστιας
καύσιμης οργανικής ύλης στα δάση. Πριν από τον άνθρωπο κύρια αιτία έναρξης δασικής
πυρκαγιάς ήταν είτε τα φυσικά φαινόμενα, όπως αυταναφλέξεις, είτε οι κεραυνοί, είτε τα
ηφαίστεια. Σε περιπτώσεις που τα ηφαίστεια έσβησαν, οι πυρκαγιές μειώθηκαν. Όπου, όμως,
διαμορφώθηκαν κλιματικές συνθήκες με συχνές κεραυνοκαταιγίδες, όπως είναι ο μεσογειακός
χώρος, οι πυρκαγιές αυξήθηκαν.
Αποτέλεσμα όλης αυτής της διαδικασίας ήταν να διαμορφωθεί μια μορφή βλάστησης,
όπως αυτή που έχουμε στην Αττική, στην παραλιακή ημι-παραλιακή Εύβοια, στη Χαλκιδική,
στο Πήλιο και σε όλα μας τα νησιά. Η βλάστηση δηλαδή που αποτελείται από πεύκα και πάρα
πολλούς και πυκνούς θάμνους. Οι περιοχές αυτές καίγονταν (πριν από τον άνθρωπο)
εξαιτίας των κεραυνών περίπου κάθε 100 χρόνια και ξαναδημιουργείτο μια νέα μορφή
βλάστησης – και θα δούμε το πώς – η οποία ουσιαστικά ανανέωνε τα δάση.
Έτσι, φτάσαμε σήμερα σε μια κατάσταση με τις πυρκαγιές να αποτελούν τμήμα και
αιτία ύπαρξης αυτού του οικοσυστήματος. Αν εξαιρέσουμε τις πυρκαγιές από αυτά τα
οικοσυστήματα δε θα τα έχουμε πια με τη μορφή που τα ξέρουμε μέχρι σήμερα. Αν δηλαδή
κάθε Έλληνας πάρει μια μάνικα και σταθεί πάνω από ένα δέντρο και σβήνει τη φωτιά, δε θα
έχουμε πια το μεσογειακό δάσος με τη μορφή που υπάρχει σήμερα.

Από τι κινδυνεύουν τα δάση μας;
Τα δάση μας κινδυνεύουν από τις κατσίκες, το τσιμέντο, τις μπουλντόζες, τα
ξεχερσώματα. Σε ό,τι αφορά τις τσιμεντοποιήσεις και την υπερβόσκηση, αυτό που χρειάζεται
για να αντιμετωπιστούν είναι να έχουμε πολιτική βούληση.
Σε ό,τι αφορά όμως τις δασικές πυρκαγιές, χρειάζεται παράλληλα όλοι εμείς να
γνωρίσουμε το φαινόμενο, να μην το φοβόμαστε, να μην το προκαλούμε και κυρίως να
μάθουμε να ζούμε με αυτό. Γιατί δεν υπάρχει καμία γενεά Ελλήνων που να έζησε σε αυτό το
μέρος του πλανήτη και να μη γνώρισε τουλάχιστον μία πυρκαγιά στη ζωή της στο μέρος που
έζησε.
Προτού ξεκινήσουμε τη βασική ομιλία, θα σας αναφέρω ορισμένους μύθους για όσα
νομίζουμε ότι είναι σωστά, και ποια είναι η πραγματικότητα σε πάρα πολλά θέματα που αυτή
τη στιγμή υπάρχουν ως πληροφορία στην Ελλάδα.

ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ
Ο 1ος μύθος είναι ότι πιστεύουμε ότι ξέρουμε πάρα πολύ καλά τη φύση.
Στην πραγματικότητα έχουμε ακόμη νηπιακή γνώση γι’ αυτό που λέμε Φύση.
Νομίζουμε ότι ξέρουμε πολλά. Ως εξειδικευμένος επιστήμονας σε ένα ειδικό θέμα όπως είναι
η οικολογία, σας λέω ότι δεν ξέρουμε τίποτα απολύτως και αυτό που προσπαθούμε να
κάνουμε, είναι αυτό που νομίζουμε σωστό, ενώ στη πραγματικότητα δεν ξέρουμε αν είναι
όντως αυτό που χρειάζεται ένα δάσος ή όχι.
Ο 2ος μύθος είναι, ότι λίγο πολύ όλοι πιστεύουμε πως όλα πάνε προς το χειρότερο,
πως όλα υποβαθμίζονται.
Δηλαδή αν έχουμε βοσκή, το δάσος θα γίνει θαμνώνας. Ο θαμνώνας θα γίνει
φρύγανο. Το φρύγανο στέπα και μετά θα έχουμε αγρούς σε ξεχερσωμένες εκτάσεις κ.λπ.
Στην πραγματικότητα, η φύση διαθέτει τεράστιους μηχανισμούς ανάκαμψης, εφόσον
προστατευθεί. Εφόσον, δηλαδή, οι βοσκότοποι ή οι αγροί προστατευθούν, έχουμε μια
αναβαθμιστική πορεία και γυρίζουν όλα στη κατάσταση που υπήρχαν πριν δημιουργηθεί αυτή
η διαταραχή. Υπάρχει, επομένως, μια αμφίδρομη σχέση: αν πιέζουμε τη φύση έχουμε
υποβάθμιση, αν προστατεύουμε τη φύση έχουμε αναβάθμιση.
Στο θέμα αυτό βέβαια η φύση έχει καλύτερη τύχη από εμάς, γιατί έχει μεγαλύτερη
υπομονή, έχει όλο το χρόνο με το μέρος της, ενώ εμείς όχι. Βλέπουμε ότι προσπαθεί σιγά-
σιγά να ξαναποκτήσει τις εκτάσεις που χρειάζεται ή κατείχε πριν τη διαταραχή, είτε εμείς το
θέλουμε, είτε όχι.
Ο 3ος μύθος είναι ότι τα φυτά στη Φύση βρίσκονται όπου τύχει.
Νομίζουμε ότι μπορούμε να φυτέψουμε πλατάνια, έλατα, κ.λπ. όπου εμείς θέλουμε.
Στη πραγματικότητα το κάθε φυτό βρίσκεται στο χώρο που πρέπει να βρίσκεται, εκεί όπου
μπορεί να αναπτυχθεί. Τίποτα στη φύση δεν είναι τυχαίο και αυτό είναι πολύ σημαντικό στις
προσπάθειες αναδάσωσης που προσπαθούμε να κάνουμε, θεωρώντας ότι μπορούμε να
απομακρύνουμε τα πεύκα που είναι εύφλεκτα και να τοποθετήσουμε δρύες ή οξιές που είναι
δύσφλεκτες. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει, γιατί η φύση έχει τις δικές της νομοτέλειες, τις
οποίες θα δούμε και στη συνέχεια.

Ο 4ος μύθος είναι ότι μπορούμε να μεταχειριστούμε τη Φύση ως μηχανικό έργο.

Πιστεύουμε ότι η φύση είναι ένα κτήριο που θα το γκρεμίσουμε και θα το
ξαναφτιάξουμε πιο δυνατό και πιο ψηλό. Ή ότι είναι μια γέφυρα που θα την πάρει το ποτάμι
και εμείς θα την ξαναφτιάξουμε πιο σταθερή, πιο πλατιά, πιο λειτουργική.
Στην πραγματικότητα θα πρέπει να ξέρουμε ότι η φύση έχει νόμους, έχει νομοτέλειες.
Έχει έναν εσωτερικό πυρήνα, τον οποίο εφόσον αγνοούμε, καλύτερα είναι να μην απλώνουμε
χέρι επάνω της.
Δεν είναι απλά τα πράγματα όταν αναφερόμαστε στη φύση. Πολλές φορές
πιστεύουμε ότι μπορούμε να τη «σπρώξουμε» μπροστά. Για παράδειγμα, στην περιοχή σας
έχετε προβλήματα με τα έλατα και ίσως θεωρείτε ότι φυτεύοντας έλατα, θα
ξαναδημιουργήσετε τη φύση γρήγορα. Όμως, η φύση έχει τους δικούς της ρυθμούς, τις δικές
της ταχύτητες. Μπορεί να είναι χαμηλές, αργές, είναι όμως οι σωστές ταχύτητες, που θα
οδηγήσουν τελικά στα σωστά αποτελέσματα.
Ο 5ος μύθος είναι ότι πιστεύουμε ότι στην Ελλάδα έχουμε τις χειρότερες πυρκαγιές.
Σε ένα monitoring που έγινε μεταξύ 1992-1994, παρακολουθήσαμε τις πυρκαγιές σε
όλο τον πλανήτη και τα πράγματα δεν είναι έτσι. Στη διάρκεια του φετινού καλοκαιρινού
δεκαημέρου των πυρκαγιών στην Ελλάδα υπήρχαν ταυτόχρονα πολύ μεγαλύτερες πυρκαγιές
στη Ν. Αφρική και στη Ν. Αμερική. Αν επικεντρωθούμε στην Ευρώπη θα δούμε ότι εκείνο το
διάστημα καίγονταν ολόκληρη η Αλβανία, το Μαυροβούνιο και όλη η Ν. Ιταλία.
Το θέμα όμως είναι ότι εκεί δεν καίγονταν άνθρωποι. Δεν καίγονταν σπίτια. Κι εδώ
είναι η μεγάλη διαφορά των πυρκαγιών και τα αποτελέσματα που είχαν. Θεωρούμε την
πυρκαγιά ως συντέλεια του κόσμου, ενώ πρόκειται για ένα φυσικό φαινόμενο που σε
κανονικές συνθήκες θα έκαιγε αυτά τα λίγα ή πολλά φυτά που θα έπρεπε να κάψει, αλλά όχι
να κάψει ανθρώπους και σπίτια.
Ο 6ος μύθος είναι ότι στην Ελλάδα υπάρχει πρόβλημα ενημέρωσης.
Τα παιδιά μας έχουν μια ενημέρωση από δάσκαλους και καθηγητές, οι οποίοι έχουν
μεν την καλή διάθεση, δεν έχουν όμως οι ίδιοι την εκπαίδευση για να μπορούν με τη σειρά
τους να εκπαιδεύσουν τα παιδιά.
Εμείς οι μεγαλύτεροι είχαμε τη φύση στα σπίτια μας, στις αυλές μας. Βλέπαμε από τα
παράθυρα μας τα τριαντάφυλλα. Βλέπαμε τον ήλιο ν’ ανατέλλει και να δύει, μπορούσαμε από
τα κρεβάτια μας να μετρήσουμε τ’ αστέρια. Ζούσαμε δηλαδή μέσα στη φύση.
Σήμερα τα νέα παιδιά κινούνται με τρομακτική ταχύτητα μέσα σε πόλεις, όπως η
Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Συνεχώς τρέχουν να προλάβουν κάτι… τ΄ αγγλικά… το μπαλέτο…
Για τα νέα παιδιά η φύση έχει αντικατασταθεί από φανάρια στους δρόμους και από
αυτοκίνητα να τα κυνηγάνε. Σ’ αυτό το περιβάλλον ο τρόπος που μπορεί να ενημερωθεί
κάποιος – από τη στιγμή που το σχολείο δε βοηθά – είναι μόνο ένας: μέσα από τα ΜΜΕ είτε
αυτά είναι οι εφημερίδες είτε η τηλεόραση, τα οποία όμως από τη φύση τους πουλάνε την
είδηση με τον τρόπο που θέλουνε και που θα είναι αρεστή στον κόσμο και όχι έτσι όπως
πραγματικά γίνεται.
Η διαστρεβλωμένη είδηση είναι αυτή που πουλάει. Αυτή τη διαστρεβλωμένη εικόνα
είναι που εισπράττουν τα παιδιά σήμερα και προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει με το
περιβάλλον.
Παρακολουθώντας το διαδίκτυο και τα παιδιά των blogs, είδα ότι ο τρόπος σκέψης
τους είναι ότι πιστεύουν πως η ζωή τους τελειώνει μέσα στις φλόγες. Όλα κινούνται σε μια
άλλη πραγματικότητα, που σ’ εμάς όμως που ξέρουμε δεν είναι αλήθεια.

Παλιότερα εμείς όταν ήμασταν μαθητές μπορεί να ήμασταν ξυπόλητοι και να
πεινούσαμε, αλλά τουλάχιστον μπορούσαμε να περπατάμε μέσα στο δάσος, το μυρίζαμε,
ακούγαμε τα πουλιά.
Σήμερα η ευημερούσα κοινωνία των παιδιών είναι αποκομμένη μπροστά στη
τηλεόραση. Τα παροτρύνουμε να μάθουν γράμματα, μια δεύτερη γλώσσα, ζωγραφική για να
ζήσουν καλύτερα αύριο. Και από την άλλη λέμε: Αυτό το παιδί θα φτάσει αύριο στην κορυφή,
αλλά αύριο δεν υπάρχει! Όπου κι αν πας είναι γκρεμός! Το όζον θέλετε; Το φαινόμενο του
θερμοκηπίου; Οι πυρκαγιές; Η ερημοποίηση; Με αποτέλεσμα να υπάρχει μια αντιφατική
κατάσταση, που εμείς την εισπράττουμε από μαθητές που επισκέπτονται το Ινστιτούτο μας.
Τα παιδιά λένε: Γιατί να διαβάζουμε; Αφού δεν υπάρχει αύριο!!!
Ας μπούμε τώρα μέσα στο πνεύμα των δασικών πυρκαγιών
Τι είναι αυτές οι δασικές πυρκαγιές; Πού συμβαίνουν και γιατί;
Οι δασικές πυρκαγιές, όπως ίσως έχετε προσέξει, δε συμβαίνουν παντού στην
Ελλάδα αλλά στη μεσογειακή ζώνη – εκτός από τη φετινή χρονιά που ήταν μια εξαιρετικά
δύσκολη χρονιά από κλιματική άποψη και είχαμε πυρκαγιές κι έξω από τη μεσογειακή ζώνη.
Όταν λέμε Μεσογειακή ζώνη εννοούμε την παράκτια περιοχή της Ελλάδας, δηλαδή
ό,τι βρίσκεται κάτω από 600 μ. υψόμετρο και σχεδόν σε όλα μας τα νησιά. Απαρτίζονται από
πεύκα, πουρνάρια, κουμαριές, ρείκια όπου και διαπιστώνονται το 95% των πυρκαγιών. Μέχρι
πέρυσι τουλάχιστον ήταν το 99% των πυρκαγιών.
Τι εννοούμε όταν λέμε μεσογειακό οικοσύστημα, μεσογειακό περιβάλλον;
Εννοούμε τις περιοχές του πλανήτη που έχουν μεσογειακό κλίμα, δηλαδή καλοκαίρι
πολύ θερμό και ξηρό και χειμώνα ήπιο και μέτρια βροχερό. Τα φυτά που αναπτύσσονται σε
αυτές τις περιοχές μερικές φορές πρέπει να περάσουν όλο το καλοκαίρι χωρίς σταγόνα νερό.
Έπρεπε λοιπόν αυτά τα φυτά να διαμορφώσουν ορισμένα χαρακτηριστικά για να επιβιώσουν.
Οι περιοχές του πλανήτη που έχουν μεσογειακού τύπου κλίμα είναι πέντε: Νότια
Ευρώπη, η περιοχή της Καλιφόρνιας, της Χιλής, της Ν. Αφρικής και της Ν. και Δ. Αυστραλίας.
Με άλλα λόγια οι περιοχές που βρίσκονται 30ο και 40ο νότια του Ισημερινού. Είναι οι
πλανητικές περιοχές όπου η προσπίπτουσα ακτινοβολία από τον ήλιο είναι ίση με την
ανακλώμενη στο διάστημα. Υπάρχει δηλαδή μια θερμοκρασιακή ισορροπία. Επίσης είναι
περιοχές απ’ τις οποίες περνούν τα ψυχρά ρεύματα του νότιου ημισφαιρίου. Πολλοί
πιστεύουν ότι αν αυτά τα ρεύματα εξαφανιστούν, θα εξαφανιστεί και το μεσογειακού τύπου
κλίμα.

Οι περιοχές που έχουν μεσογειακό κλίμα παρ’ ότι βρίσκονται εκατοντάδες χιλιάδες
χιλιόμετρα μακριά η μία από την άλλη και τις χωρίζουν τεράστιες αποστάσεις με νερό, έχουν
δημιουργήσει μια πανομοιότυπη μορφή βλάστησης.
Η μεσογειακή βλάστηση χαρακτηρίζεται από:
• την αειφυλλία, δηλαδή τα φύλλα των δέντρων και των θάμνων δεν πέφτουν. (Εύβοια,
Κόρινθο, Αττική)
• τη σκληροφυλλία, εξ’ ου και η βλάστηση ονομάζεται αείφυλλη- σκληρόφυλλη
βλάστηση,
• τη θερινή αναστολή ανάπτυξης και
• την αλληλοπάθεια.

Τι σημαίνει το καθένα από αυτά;
Αειφυλλία
Ας υποθέσουμε ότι ένα φυλλοβόλο δέντρο βρίσκεται σε μεσογειακή περιοχή. Το 75%
της βιομάζας των φύλλων – όπως και η δική μας η ανθρώπινη – αποτελείται από νερό. Το
δέντρο αυτό για να δημιουργήσει καινούργια φύλλα κάθε Άνοιξη, θα πρέπει να
χρησιμοποιήσει 5 φορές περισσότερο νερό. Θα πρέπει να πάρει αυτό το νερό από το έδαφος
και μετά θα ήταν υποχρεωμένο να ζήσει το καλοκαίρι χωρίς νερό. Προκειμένου λοιπόν να μην
καταναλώσει το νερό, μετατρέπεται η βλάστηση σε αείφυλλη. Τα φύλλα δεν πέφτουν, οπότε
δεν καταναλώνεται νερό για τη δημιουργία νέων.
Σκληροφυλλία
Σε υψηλές θερμοκρασίες τα φυτά, όπως και οι άνθρωποι, ιδρώνουν. Η διαδικασία
αυτή λέγεται εφυμενική διαπνοή, που σημαίνει ότι η υγρασία του εδάφους περνάει στην
επιδερμίδα των φύλλων μέσα από το ριζικό σύστημα των φυτών και από τα φύλλα διαχέεται
στον αέρα. Ουσιαστικά πρόκειται για απώλεια υγρασίας. Προκειμένου αυτά τα φύλλα να
διατηρήσουν την υγρασία τους, δημιουργούν ακριβώς κάτω από την επιδερμίδα τους ένα
στρώμα κεριού, το οποίο είναι αδιάβροχο. Με αυτόν τον τρόπο η υγρασία εγκλωβίζεται και το
φύλλο αποκτά μια σκληρότητα (π.χ. πουρνάρι).
Αναστολή θερινής ανάπτυξης
Η διαπνοή είναι μια διεργασία που έχουν τα φυτά η οποία βοηθά στη φωτοσύνθεση.
Με αυτή η υγρασία του εδάφους – μέσω των ριζών – μεταφέρεται στον κορμό, προχωρά στα
φύλλα κι από εκεί διαχέεται στον αέρα.
Όταν λοιπόν τα φυτά του μεσογειακού – και μόνο – χώρου αισθάνονται ότι το νερό στο
έδαφος λιγοστεύει, κλείνουν τα ειδικά ανοίγματα (στομάτια) που βρίσκονται στην επιδερμίδα
του κάτω μέρους των φύλλων από τα οποία αποβάλλεται η υγρασία και με αυτό τον τρόπο
σταματάει η διαπνοή κι εγκλωβίζεται η υγρασία μέσα στο φύλλο. Τα φύλλα, δηλαδή, πέφτουν
σε ένα είδος θερινής νάρκης, μειώνουν τη βιολογική τους δραστηριότητα και περιμένουν τις
νέες βροχές ώστε να αρχίσουν να αναπτύσσονται και πάλι.
Αυτές είναι οι προσαρμογές των μεσογειακών ειδών που θα πρέπει να τις
γνωρίζουμε πολύ καλά, και έτσι μόνο αυτά μπορούν να αναπτυχθούν σε αυτό το χώρο.
Αλληλοπάθεια
Αν μέσα σ’ ένα δάσος αρχίζουν να αναπτύσσονται παπαρούνες ή άλλα ψυχανθή,
προκειμένου να παράγουν τη βιομάζα τους (το άνθος, τον καρπό κ.λπ.) θα πρέπει να
καταναλώσουν το υπάρχον νερό. Ορισμένοι από τους θάμνους της περιοχής προκειμένου να
μην έχουν πρόσβαση στο χώρο φυτά τα οποία θα καταναλώσουν το νερό του εδάφους,
εκχύνουν δηλητήρια μέσα στο έδαφος αποτρέποντας έτσι την ανάπτυξη του ριζικού
συστήματος των ανταγωνιστικών φυτών. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται αλληλοπάθεια.
Ολόκληρη η κοινωνία των φυτών αυτοπροστατεύεται από κάθε φυτό που σπαταλά πολύτιμο
νερό, με αποτέλεσμα να έχουμε την αυτοπροστασία του περιβάλλοντος.
Εκτός αυτού, στα μεσογειακά οικοσυστήματα οι θάμνοι είναι τόσο πυκνοί μεταξύ
τους, που ακόμη κι ο σπόρος του πεύκου να έπεφτε κάτω και να μην υπήρχε η
αλληλοπάθεια, η πυκνότητα τους και η σκιά που δημιουργείται, θα έκανε το σπόρο να μην
μπορεί ν’ αναπτυχθεί. Αυτή είναι η οικονομία που έχει η φύση.
Οι θάμνοι πολλαπλασιάζονται με πρεμνοβλάστηση και ριζοβλάστηση και δεν
αντιμετωπίζουν πρόβλημα με την αλληλοπάθεια ή τη σκίαση του εδάφους. Στην περίπτωση
όμως των πεύκων δε συμβαίνει αυτό. Δηλαδή ενώ οι σπόροι των πεύκων πέφτουν, δεν
μπορούν να φυτρώσουν. Αυτά τα πεύκα αρχίζουν σιγά-σιγά να γηράσκουν και ο βιολογικός
τους κύκλος τελειώνει, χωρίς να μπορούν να αφήσουν απογόνους και χωρίς να μπορεί να
ανανεωθεί το δάσος.
Θα πρέπει όμως να βρεθεί ένας τρόπος, ώστε να μην υπάρχει αυτός ο ανταγωνισμός
που εμφανίζεται είτε με την αλληλοπάθεια είτε με την πυκνότητα των θάμνων. Η φύση δε
διέθετε πριν από τον άνθρωπο ούτε τσεκούρια, ούτε πριόνια για να καθαρίσει το έδαφος.
Διέθετε όμως… φωτιά.
Αυτή είναι η σχέση μεταξύ φωτιάς και μεσογειακών οικοσυστημάτων, δηλαδή
καθαρίζει το έδαφος για να φυτρώσουν οι σπόροι των πεύκων.
Γι’ αυτό η φωτιά είναι τόσο ισχυρά δεμένη με αυτά τα περιβάλλοντα, γι’ αυτό και
είμαστε ανίκανοι να την αντιμετωπίσουμε, όπως θα δούμε. Και τα πέντε περιβάλλοντα με
μεσογειακό κλίμα έχουν σαν πρόβλημα τις πυρκαγιές, οι οποίες διαρκούν εβδομάδες
καίγοντας τεράστιες εκτάσεις.
Θεωρούμε ότι εδώ στην Ελλάδα έχουμε φωτιές εξαιτίας των εμπρηστών ή εξαιτίας
των ιδιοκτησιακών προβλημάτων. Μα φωτιές συμβαίνουν και στην Αμερική που έχει
αποκτήσει τρομακτικές δυνατότητες δασοπυρόσβεσης ή στην αυστραλία όπου πραγματικά οι
άνθρωποι έχουν δημιουργήσει λογικές και έχουν διαμορφώσει όλες τις υπηρεσίες τους, έτσι
ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν τις πυρκαγιές με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Είμαστε
ανίσχυροι να αντιμετωπίσουμε τις πυρκαγιές που, πιστέψτε με, είναι το ίδιο τρομακτικές με
έναν σεισμό ή μ’ έναν τυφώνα. Κι όπως δεν μπορούμε να ελέγξουμε ένα ηφαίστειο, έτσι δεν
μπορούμε να δαμάσουμε και τις πυρκαγιές. Δεν είναι θέμα ανθρωπίνων δυνατοτήτων. Η
ανθρώπινη δυνατότητα θα μείωνε τις αρνητικές επιπτώσεις των πυρκαγιών, αλλά δε θα τις
εξάλειφε.
Ας πάρουμε το δάσος της Ν. Φιλαδέλφειας που είναι ένα αστικό δάσος, εμείς στο
Σέιχ-Σου τουλάχιστον, έχουμε δεκάδες άτομα που πάνε εκεί για να διασκεδάσουν κι ανάβουν
ψησταριές. Κάποια σπίθα μπορεί να ξεφύγει και να προκαλέσει φωτιά από αμέλεια.
Θα είναι ο αμελής που θα την προκαλέσει; Θα είναι ο εμπρηστής που θα πετάξει το
σπίρτο; Δεν είναι κάνεις από τους δύο; Θα είναι ο κεραυνός; Από τη στιγμή που είναι δάσος
μεσογειακού τύπου θα καεί είτε στα επόμενα 5 λεπτά, είτε στα επόμενα 100 χρόνια. Δεν
υπάρχει τέτοιου τύπου δάσος που δεν έχει καεί σε διάστημα 130 ετών περίπου.
Θα καεί λοιπόν το δάσος και θα ακολουθήσει ένα καθαρό έδαφος.
Σε αυτό όμως το καθαρό έδαφος, πώς αναγεννώνται τα είδη που υπήρχαν, από τη στιγμή
που κάηκαν τα πάντα;
Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της φύσης!

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΩΝ ΦΥΤΩΝ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ
Θάμνοι
Ας πάρουμε ένα καμένο δάσος που αποτελείται από θάμνους. Οι θάμνοι καίγονται
πάνω από την επιφάνεια. Η ρίζα που βρίσκεται κάτω από το έδαφος παραμένει ζωντανή.
Κάτω από το έδαφος οι θάμνοι έχουν ένα ρίζωμα σαν εξόγκωμα, που μέσα εκεί
προφυλάσσουν το αναγεννητικό υλικό (τους λεγόμενους οφθαλμούς) καθ’ όλη τη διάρκεια της
ζωής του θάμνου. Το τμήμα αυτό είναι πρακτικά άκαυτο. Μέσα σ’ αυτό υπάρχουν χιλιάδες
μάτια που περιμένουν πότε θα κοπεί ή θα καεί το επάνω τμήμα για να φυτρώσουν νέα
βλαστάρια. Και βλέπουμε ότι λίγες μόνο μέρες μετά τη φωτιά το πουρνάρι, ο σχοίνος, η
κουμαριά αρχίζουν να πετάνε καινούρια βλασταράκια. Ουσιαστικά δηλαδή, μια μέρα μετά τη
φωτιά αρχίζει να ξαναδημιουργείται ο νέος θαμνώνας. Και ο κάθε θάμνος φυτρώνει εκεί που
υπήρχε ο καμένος γονιός του. Έτσι, ό,τι υπήρχε πριν από τη φωτιά, το ίδιο θα ξαναφυτρώσει.
Πεύκα
Το κουκουνάρι (κώνος) είναι το σημείο στο οποίο προστατεύονται οι σπόροι των
πεύκων κι έχει χοντρά φύλλα, ώστε να μη καίγεται. Ενώ ο καρπός της μηλιάς ή της αχλαδιάς
όταν ωριμάζει πέφτει, τα πεύκα έχουν την ιδιότητα να συγκρατούν το 30% των κουκουναριών
επάνω στο δέντρο για 5 -10 χρόνια, ίσως και παραπάνω, με πλήρη βλαστητική ικανότητα
ώστε να έχουν απόθεμα σε περίπτωση πυρκαγιάς.
Αν το υπολογίσουμε, είναι περίπου 300 κουκουνάρια σε κάθε δέντρο, με 70 σπόρους
σε καθένα από αυτά, δηλαδή συνολικά 20.000 σπόροι πέφτουν γύρω από κάθε δέντρο. Ο
σπόρος έχει ένα πτερύγιο που με τη βοήθεια του άνεμου μπορεί να φτάσει 4-5 φορές
μακρύτερα από το ύψος που βρίσκεται το κουκουνάρι. Δηλαδή έχουμε περίπου 20.000
σπόρους σε μια έκταση 4 στρεμμάτων μόνο από ένα δέντρο.
Αν πάτε σ’ ένα καμένο δάσος μετά τα πρωτοβρόχια του Σεπτεμβρίου θα
διαπιστώσετε ότι μοιάζει με γήπεδο του ποδόσφαιρου, που όμως αντί για γκαζόν έχει
δενδρύλλια από φυτά που αναπτύσσονται, τα πράσινα κουκουνάρια είναι της φετινής
χρονιάς, ενώ τα καφέ είναι όσα κράτησε το δέντρο από προηγούμενες χρονιές. Αυτά είναι
που 48 ώρες μετά τη φωτιά, όταν το έδαφος έχει κρυώσει, ενημερώνονται, ανοίγουν κι
απελευθερώνουν τους σπόρους. Γι’ αυτό και οι παππούδες μας για να ανοίξουν τα
κουκουνάρια τα έβαζαν δίπλα στη φωτιά. Και μην ακούτε ότι τα κουκουνάρια μεταδίδουν τη
φωτιά καθώς σκάνε μακριά και προκαλούν νέες εστίες φωτιάς! Τα κουκουνάρια δεν καίγονται.
Απλώς κάνουν θορύβους όταν ανοίγουν. Αυτές που δημιουργούν καινούργιες εστίες φωτιάς
είναι οι καύτρες από τα κλαδάκια που τις παίρνει ο αέρας.
Έτσι, μετά τη φωτιά έχουμε όχι μόνο το ίδιο δάσος αλλά ένα ακόμη καλύτερο, γιατί
από τα εκατοντάδες μικρά φυτά που θα βλαστήσουν από τους σπόρους αυτούς, θα
επιβιώσουν εκείνα που είναι καλύτερα προσαρμοσμένα στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Κι
όταν εσείς βλέπετε από την τηλεόραση ένα κατεστραμμένο δάσος, εκείνο που βλέπουμε
εμείς, μετά από τις έρευνες που κάνουμε, είναι ένα ωραιότερο δάσος και πολύ πιο υγιές απ’
ό,τι ήταν πριν από τη φωτιά. Δέκα χρόνια μετά τη φωτιά του Σειχ-Σου τα πεύκα και τα
κυπαρίσσια έχουν αναπτυχθεί ήδη στα 3 μέτρα και δημιούργησαν πυκνή βλάστηση.
Όλα αυτά όμως θα συμβούν μόνον αν δεν παρέμβει ο άνθρωπος με το τσιμέντο του
και τη μπουλντόζα του. Το πρόβλημα δεν είναι οι δασικές πυρκαγιές. Είναι ο άνθρωπος που
επεμβαίνει μετά από τη φωτιά. Όπως, επίσης, είναι πρόβλημα όταν προκαλείται φωτιά
προτού το δάσος ωριμάσει, προτού δηλαδή δημιουργήσει όλη αυτή την αποθήκη σπόρων
που θα μπορούν να δώσουν τους απογόνους του δάσους και προτού αναπτυχθούν οι
οφθαλμοί των θάμνων, ώστε να ξαναπετάξουν νέα βλαστάρια, όταν καεί το δάσος.
Πώς εξελίσσεται το πρόβλημα των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα;
Το πρώτο στάδιο είναι η πρόληψη.
Η πρόληψη είναι ευθύνη της Δασικής Υπηρεσίας, ενώ η καταστολή έχει ανατεθεί στην
Πυροσβεστική Υπηρεσία.

Η Δασική Υπηρεσία είναι μια υπηρεσία που βοήθησε πάρα πολύ τη χώρα σε δύο
πολέμους τον προηγούμενο αιώνα. Στον Εμφύλιο αντιμετώπισε όλη αυτή την επέλαση των
καταπατητών κι ωστόσο κατάφερε να μας αφήσει σήμερα πάρα πολλά δάση. Όμως αυτή τη
στιγμή – κι εδώ πρέπει να προσέξετε – έχει απαξιωθεί και ουσιαστικά βρίσκεται υπό διάλυση.
Χωρίς Δασική Υπηρεσία δάση δε θα υπάρξουν. Δε θα υπάρχει η καλλιέργεια, παρά το ότι το
δάσος είναι μια περιοχή που χρειάζεται και καλλιέργεια και προστασία για να κόβονται τα
γέρικα δέντρα, να αντιμετωπίζονται οι ασθένειες κ.λπ.
Σε αυτή την Υπηρεσία – που και απαξιωμένη είναι, αλλά κυρίως αποδυναμωμένη από
προσωπικό και από μέσα – έχει ανατεθεί μόνο η πρόληψη των δασικών πυρκαγιών και η
μεταπυρική διαχείριση τους.
Χωρίς κονδύλια αυτό που αντιλαμβάνονται και κάνουν ως μέτρα πρόληψης, είναι να
μειώνουν την καύσιμη δασική ύλη, να δημιουργούν εμπόδια στη φωτιά, να οργανώνουν και
να αυξάνουν τα μέσα καταστολής και να μειώνουν το χρόνο πρώτης προσβολής. Όμως παρ’
όλη την προσπάθεια που γίνεται, τα αποτελέσματα τα βλέπουμε με τραγικό τρόπο και τελικά
διαπιστώνουμε ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις πυρκαγιές! Γιατί;
Γιατί γενεσιουργός αιτία στην Ελλάδα κάθε πυρκαγιάς, μικρής ή μεγάλης, σε χαμηλό
ή υψηλό υψόμετρο είναι… ένα σπίρτο!
Αντί να ενημερώσουμε τον κόσμο να μην προκαλεί φωτιές εξ αμελείας, καθόμαστε
συνεχώς και μιλάμε για ασύμμετρες απειλές και για εμπρηστές και φτάσαμε σήμερα στο
σημείο να είμαστε μια εφησυχάζουσα κοινωνία που λέει ότι αφού εμείς δεν είμαστε
εμπρηστές, τότε δεν μπορούμε να βάλουμε φωτιά στο δάσος. Εκεί είναι το όλο τραγικό.
Δηλαδή ουσιαστικά αυτό το οποίο συμβαίνει σε άλλες χώρες, δηλαδή να ενημερώνεται ο
κόσμος και να μην προκαλούνται φωτιές τουλάχιστον εξ αμελείας, εδώ μας είναι εντελώς
άγνωστο.

Πώς γίνεται η πρόληψη δασικών πυρκαγιών;
Μείωση της καύσιμης ύλης.
Το δάσος είναι μια συνέχεια οργανικής ύλης. Το ένα δέντρο μεταφέρει τη φωτιά στο
άλλο. Προκειμένου να μην έχουμε πολύ καύσιμη ύλη κάνουμε αποψίλωση των θάμνων ώστε
να μη μεταφέρεται η φωτιά με τόση ευκολία. Αυτό είναι μια λογική και στο Οικολόγιο την έχω
δει αρκετές φορές.
Όμως ένα δάσος είναι όπως μια πόλη. Αν απομακρύνουμε όλους τους
επαγγελματικούς κλάδους κι αφήσουμε μόνο έναν η πόλη δεν μπορεί να επιβιώσει. Ακριβώς
το ίδιο συμβαίνει και με τα δάση. Ακολουθώντας τη λογική να απομακρύνουμε τα πουρνάρια,
τα ρείκια, ή άλλα φυτά το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να μετατρέψουμε τα οικοσυστήματα
σε ανάπηρα οικοσυστήματα και να τα κάνουμε εντομοτροφεία ή καμπιοτροφεία.
Αν δείτε ένα φυσικό δάσος θα δείτε ότι δεν έχει ασθένειες. Αν δείτε όμως ένα άλσος
απ’ το οποίο έχουμε απομακρύνει όλα αυτά τα στοιχεία τα οποία χρειάζεται ουσιαστικά, το
αποδυναμώνουμε με αποτελέσματα να έχουμε προβλήματα. Μια περιοχή μόνο με πεύκα
είναι σίγουρα ένα σύνολο δέντρων αλλά δεν είναι δάσος… Το δάσος είναι και η κουμαριά,
είναι και το ρείκι.
Θα σκέπτεστε ίσως, ένα πουρνάρι σε τι μπορεί να βοηθήσει ένα πεύκο; Το πεύκο δεν
μπορεί να τρυπήσει το βράχο. Το πουρνάρι όμως μπορεί και «βοηθά» τη ρίζα του πεύκου να
πάει βαθύτερα. Δεν μπορούν όλοι οι θάμνοι να κάνουν το φαινόμενο της αλληλοπάθειας,
αυτοί όμως που μπορούν μειώνουν τους κινδύνους από την έλλειψη νερού. Αν τους κόψουμε
το πρόβλημα θα είναι πάρα πολύ μεγάλο. Κι έτσι, στα δάση από τα οποία απομακρύνουμε
αυτά τα στοιχεία, οποιεσδήποτε ακραίες κλιματικές συνθήκες (παγωνιές, καύσωνες) μπορεί
να προκαλέσουν τόσο μεγάλη αποσταθεροποίηση που να τα εξαφανίσουν.
Δημιουργία εμποδίων στη φωτιά.
Πρόκειται για τη δημιουργία αντιπυρικών ζωνών.
Στην Ελλάδα οι ζώνες ανοίγονται όπου πάει η μπουλντόζα! Δεν έχουμε κανένα
σχέδιο, κανένα πρόγραμμα. Αν βολεύει τον οδηγό της μπουλντόζας να πάει από τη ράχη θα
πάει από εκεί, αν τον βολεύει πλάγια θα πάει πλάγια! Όμως σε κάθε περιοχή έχουμε τους
πνέοντες (ή επικρατούντες) ανέμους. Αν οι αντιπυρικές ζώνες ανοιχθούν κάθετα στους
ανέμους οι καύτρες θα περνούν πολύ εύκολα από τη μια πλευρά στην άλλη γιατί οι ζώνες
είναι πάρα πολύ στενές. Αν φτιαχτούν παράλληλα πάλι η φωτιά θα περνά και θα συνεχίζει.
Σε όλο τον κόσμο οι ζώνες δημιουργούνται σε γωνία 45 μοιρών. Αυτό στην Ελλάδα
ουσιαστικά δε γίνεται. Στη Σιθωνία για παράδειγμα, οι άνεμοι είναι Β.Α. συνήθως και καμία
ζώνη δεν ανοίγεται με σωστό προσανατολισμό σε σχέση με αυτή την κατεύθυνση. Έτσι,
έχουμε περισσότερες αντιπυρικές ζώνες χωρίς να έχουν καμία αποτελεσματικότητα και
λιγότερο δάσος.
Οργάνωση και αύξηση των μέτρων καταστολής
Όλοι φωνάζουμε για αεροπλάνα, για ελικόπτερα, να έχουμε περισσότερους
πυροσβέστες και οχήματα. Το θέμα αυτό συζητήθηκε παρά πολύ από τη Διακομματική
Επιτροπή της Βουλής φέτος το καλοκαίρι. Υπολογίστηκε ότι μόνο για τις περιοχές Α’ βαθμού
επικινδυνότητας, δηλαδή εκείνες που έχουν μόνο πευκοδάση και αείφυλλους θάμνους,
χρειαζόμαστε 3.800 πυροσβεστικά οχήματα και 30.000 μόνιμους και εποχικούς πυροσβέστες,
για να φτάνουν στο πρώτο δεκάλεπτο που ουσιαστικά μόνο τότε μπορεί να γίνει
δασοπυρόσβεση. Είναι αδύνατο να υπάρξει τέτοιο δυναμικό.
Στην Ελλάδα όλοι περιμένουν τα αεροπλάνα. Όμως σ’ όλο τον κόσμο η αντιμετώπιση
των δασικών πυρκαγιών γίνεται με τον έγκαιρο εντοπισμό, την ταχεία μετάβαση δυνάμεων
στη περιοχή και τον πολύ καλό συντονισμό των εμπλεκόμενων δυνάμεων. Στη χώρα μας σε
άλλη συχνότητα μιλάνε οι πυροσβέστες, σε άλλη οι δασολόγοι, σε διαφορετική οι ΟΤΑ, οι
στρατιώτες ή οι εθελοντές!
Μόνο όταν υπάρξει καλή εκπαίδευση των δασοπυροσβεστών – που αυτή τη στιγμή
είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη στην Ελλάδα – και καλή πληροφόρηση των πολιτών σε θέματα
δασικών πυρκαγιών, θα μπορούμε να έχουμε μια πραγματικά σωστή πρόληψη!
Μείωση του χρόνου ανίχνευσης και πρώτης προσβολής της φωτιάς.
Όσο γρηγορότερα πάμε στη φωτιά, τόσο ευκολότερα θα τη σβήσουμε και τόσο
λιγότερο δάσος θα καεί. Η καταστολή της φωτιάς εξαρτάται από το χρόνο που θα την
ανιχνεύσουμε. Η ανίχνευση γίνεται είτε από τα πυροφυλάκια είτε από τα πυροσβεστικά
οχήματα που βρίσκονται γύρω από τα δάση. Όμως η απόδοσή τους εξαρτάται από τον
αριθμό τους, τη θέση που βρίσκονται, την όρεξη που έχουν για δουλειά κ.λπ.
Τα πυροφυλάκια έχουν γεμίσει την Ελλάδα, όμως τουλάχιστον τις δύο τελευταίες
χρονιές ήταν όλα έρημα. Δεν υπήρχε ούτε ένας που να κάνει πυρανίχνευση εκτός από
κάποιος λίγους εθελοντές σε μερικά από αυτά!
Ένα πρόγραμμα που κάναμε στο Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών της Θεσσαλονίκης με
το συνάδελφο μου Γιώργο Τσιουρλή αφορούσε τη δημιουργία ενός τεράστιου ευρυζωνικού
δικτύου με κάμερες (ΣΙΘΩΝ) και ολόκληρη την έκταση της Σιθωνίας (400.000 στρέμματα) την
παρακολουθούσαμε μέσα σε μια αίθουσα.
Παράλληλα δημιουργήσαμε μια βάση δεδομένων, ώστε ο συντονιστής της
Πυροσβεστικής Υπηρεσίας να ξέρει ποιο είναι το ταχύτερο δρομολόγιο για να πάει στη φωτιά,
τι καίγεται, σε πόση ώρα θα καεί, αν υπάρχουν σχολεία ή κατασκηνώσεις μέσα στο δάσος, αν
υπάρχουν μαντριά, βενζινάδικα ή οτιδήποτε άλλο που χρειάζεται προστασία.

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Θα πρέπει άμεσα στην Ελλάδα να αποκτήσουμε Εθνική Πολιτική Πρόληψης Δασικών
Πυρκαγιών.
Σήμερα ο καθένας αντιμετωπίζει τις πυρκαγιές όπως θέλει. Θα πρέπει να
διαμορφωθεί μια εθνική πολιτική πρόληψης και η εφαρμογή της στην περιφέρεια να γίνει
υποχρεωτική.
Σήμερα οτιδήποτε γίνεται, π.χ. αν θα ανοιχθούν αντιπυρικές ζώνες, αν θα φτιαχτούν
πυροφυλάκια κ.λπ. εξαρτάται από τις γνώσεις, το μεράκι και τα μέσα που έχει ο κάθε
υπάλληλος του εκάστοτε περιφερειακού δασαρχείου. Δηλαδή εάν η δημιουργία αντιπυρικών
ζωνών θεωρηθεί υποχρεωτική να γίνουν και στη Σάμο (όπου δεν υπάρχει καμία), αν όχι ας
μην τραυματίζουμε άσκοπα το τοπίο (βλέπε Σιθωνία).
Από καταμετρημένες μετρήσεις που έχουμε κάνει, το 70% των πυρκαγιών
προκαλούνται από αμέλεια, από ανθρώπους σαν κι εμάς που αγαπούν το δάσος, που δεν
πιστεύουν ότι μπορούν να προκαλέσουν φωτιά, και… την προκαλούν!
Μια απλή πληροφορία να ερχόταν στον κόσμο, π.χ. να τοποθετήσουν μια σήτα στο
μπάρμπεκιου, στην ψησταριά που υπάρχει στην αυλή του σπιτιού τους ώστε να μη φεύγουν
τα καρβουνάκια ή οι καύτρες, θα είχαμε σώσει τουλάχιστον το 20% των πυρκαγιών.
Θα πρέπει να επικεντρωθεί όλη η προσπάθεια στον άνθρωπο, γιατί αυτός προκαλεί
τη φωτιά. Δεν την προκαλούν ούτε τα πουλιά ούτε τα ζώα.
Η Δασική Υπηρεσία θα πρέπει να αποκτήσει έναν λόγο προς τα έξω.
Έχετε εσείς ακούσει δασολόγους να μιλάνε δημόσια στα ΜΜΕ για την πρόληψη των
δασικών πυρκαγιών; Αυτοί που μιλούν για τις ταυτότητες, για το Σύνταγμα, αυτοί οι ίδιοι και οι
ίδιοι που έχουν λόγο επί παντός επιστητού, αυτοί έχουν λόγο και για τις δασικές πυρκαγιές.
Έχει ακούσει κανείς επιστημονικό λόγο ποτέ; Γνώση πραγματική; Ούτε και θα
ακούσετε. Αν αναρωτιέστε αν αυτά που λέμε σήμερα τα ξέρουν αυτοί που ασχολούνται με το
θέμα, θα σας πω ότι η σωστή ερώτηση είναι αν θέλουν να τα ακούσουν!
Έχουμε φτάσει στο σημείο να πιστεύουμε όλοι ότι για να προκαλέσεις μια φωτιά
πρέπει να είσαι επαγγελματίας εμπρηστής! Δηλαδή, αν δεν έχουμε γκαζάκια, ηλεκτρικούς
αναφλεκτήρες, αν δεν ξέρουμε τις καιρικές συνθήκες, θεωρούμε ότι δεν μπορούμε να
βάλουμε φωτιά στο δάσος! Αλλά μπορούμε ανεμπόδιστα να κάψουμε τα χόρτα στην αυλή του
σπιτιού μας με 7 μποφόρ και 40 βαθμούς θερμοκρασία!!!
Έτσι, για όλες τις φωτιές της Αττικής φταίνε οι καταπατητές, για τις φωτιές των νησιών
μας φταίνε οι αποσταθεροποιητές της πολιτικής μας ζωής, οι πράκτορες, οι Τούρκοι.
Κι αυτό πέρασε στην κοινωνία γιατί βολεύει τον εκάστοτε δήμαρχο αφού
απαλλάσσεται η χωματερή του, οι δασοπυροσβεστικές δυνάμεις γιατί έχουν χαμηλή απόδοση
και οι κυβερνήσεις γιατί δε δίνουν χρήματα για τη δασοπυρόσβεση.

Κι έτσι, όλοι μάς πέρασαν την ιδέα ότι «αφού δεν είσαι εμπρηστής, δεν μπορείς να
βάλεις φωτιά στο δάσος», κι όλοι κυνηγάμε τους εμπρηστές, όμως τον εμπρησμό μπορεί να
τον κάνει ο καθένας μας, γιατί έχουμε καταντήσει να είμαστε μια εφησυχάζουσα κοινωνία που
δεν προσέχει ούτε που θα πετάξει το τσιγάρο της!
Τα δάση μας όμως είναι πάρα πολύ εύφλεκτα για να έχουν την πολυτέλεια ενός
αναμμένου τσιγάρου χωρίς να πάρουν φωτιά. Το χειρότερο είναι ότι μπορούμε να
προκαλέσουμε μια φωτιά μετά από 10 χρόνια εμείς οι ίδιοι, έχοντας αφήσει ένα μπουκάλι στο
δάσος. Στην αρχή θα σκιάζεται από ένα κλαδί το οποίο κάποια στιγμή θα σπάσει, θα
εστιαστούν οι ακτίνες και μετά θα ψάχνουμε και θα καταριόμαστε τους εμπρηστές.
Στην πραγματικότητα η Κεντρική Δασική Υπηρεσία είναι αυτή που θα πρέπει να τα
συντονίζει όλα. Όλοι θα ενεργούν μέσω αυτής είτε είναι το ΥΠΕΧΩΔΕ είτε το Υπουργείο
Εσωτερικών, ακόμη και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Αυτή θα μεταφέρει την
επιστημονική πληροφορία προς τον κόσμο και στα περιφερειακά του κέντρα. Και η Κεντρική
Υπηρεσία θα πρέπει επίσης να μαζέψει τους επιστήμονες που είναι γνώστες του
προβλήματος και θα πρέπει μια ολιγομελής ομάδα να κάνει προγράμματα ενημέρωσης των
πολιτών άμεσα. Να συνεργαστούν με επικοινωνιολόγους, διαφημιστές, εκπαιδευτικούς, που
θα βοηθήσουν να βγουν σποτάκια για την τηλεόραση, καρτούλες κ.λπ. Αυτά σίγουρα είναι
θέμα επαγγελματιών αλλά τη γνώση και την πληροφορία της αιτίας πρόκλησης μιας
πυρκαγιάς την έχει ο επιστήμονας.

Κατάσβεση
Ένα επίσης μεγάλο πρόβλημα. Ξέρετε όλοι ότι το 1998 η δασοπυρόσβεση
μεταφέρθηκε από τη Δασική στην Πυροσβεστική Υπηρεσία και με τη βοήθεια της Πολιτικής
Προστασίας που είχε συσταθεί τότε προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια νέα κατάσταση
αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών.
Περιμέναμε ότι κάθε χρόνος που θα περνά η Πυροσβεστική θα αποκτούσε εμπειρίες,
γνώσεις και τα αποτελέσματα θα είναι καλύτερα. Όμως τα αποτελέσματα ήταν χειρότερα, με
αποκορύφωμα φέτος που ήταν τραγικά. Αλλά πέρα από το τραγικό πολλές φορές έφτανε στο
σημείο του «ΜΑ ΔΕ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ!». Εσείς ίσως δεν το καταλάβατε, αλλά εμείς που
ασχολούμαστε με αυτό το θέμα λέγαμε «μα δεν πάει άλλο!».
Όσα σπίτια, μεμονωμένα σπίτια, μαντριά, καλύβες, αποθήκες κάηκαν μέσα στα δάση
στα 100 χρόνια και πλέον που ήταν υπεύθυνη η Δασική Υπηρεσία στη κατάσβεση, τόσα
χωριά καήκαν τα τελευταία 10 χρόνια.
Από τη μια μεριά έχουμε σπίτια. Από την άλλη έχουμε χωριά. Κι αυτό συμβαίνει γιατί
δεν μπορείς να δώσεις σε κάποιον ο οποίος δεν ξέρει το αντικείμενο να το διαχειριστεί. Γιατί η
κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών είναι εξειδικευμένο αντικείμενο.
Θα σας διαβάσω κι ένα ερωτηματολόγιο το οποίο δημοσίευσα φέτος, αλλά δεν πήρα
από κανέναν απάντηση. Αυτά τα ερωτήματα τα απηύθυνα σε οποιονδήποτε μπορούσε να
μου δώσει μια απάντηση γιατί είναι απορίες που έχω όχι ως δασολόγος αλλά ως πολίτης.

1ο Ερώτημα:
Είμαστε μια μικρή χώρα, παραπονιόμαστε ότι δεν έχουμε πολλούς υπαλλήλους.
Εκτοπίστηκε η Δασική Υπηρεσία με όλο το προσωπικό που έχει. Έχουμε αυτή τη πολυτέλεια;
Μπορούμε δηλαδή από τη στιγμή που δεν έχουμε κόσμο να δουλέψει, να απομακρύνουμε
εξειδικευμένο προσωπικό από τη δασοπυρόσβεση;

Λέμε να προσλάβουμε νέο προσωπικό. Μα γιατί; Αφού έχουμε ανθρώπους. Και όταν
λέμε Δασική Υπηρεσία δεν είναι μόνον οι δασολόγοι! Είναι ο υλοτόμος που σε χρόνο μηδέν
ανοίγει αντιπυρικές ζώνες, είναι ο δασοφύλακας που ξέρει τι υπάρχει πίσω από κάθε στροφή,
πού υπάρχει νερό.
2ο Ερώτημα:
Έχουμε δύο Υπηρεσίες. Η μια υπηρεσία έχει μια μοναδική δουλειά, δηλαδή να
διαχειρίζεται, να προστατεύει και να φροντίζει το δάσος. Η άλλη έχει τους λοιμούς, τους
σεισμούς, τους καταποντισμούς, μέχρι και να κατεβάσει τα γατάκια από τα δέντρα που δεν
μπορούν μόνα τους. Δηλαδή έχουμε επιφορτίσει την Πυροσβεστική με οτιδήποτε δεινό
υπάρχει σ’ αυτόν τον τόπο. Σε ποια Υπηρεσία θα πρέπει να εμπιστευτούμε τα δάση; Σε
αυτούς που κάνουν τα πάντα; Ή σε αυτούς που δεν κάνουν παρά μόνο αυτό σαν επάγγελμα;
3ο Ερώτημα:
Έχουμε μια Υπηρεσία που εργάζεται καθημερινά μέσα στο δάσος. Είναι ο χώρος της
δουλειά της, το εργαλείο που δουλεύει είναι το πριόνι και το τσεκούρι.
Έχουμε μια άλλη Υπηρεσία που ο χώρος που δουλεύει είναι τα αστικά κέντρα, οι
δρόμοι και οι πόλεις. Όταν έχουμε πυρκαγιές, η κάθε Υπηρεσία κινείται εκεί που ξέρει
καλύτερα.
Ποια ξέρει καλύτερα το δάσος; Η δασική υπηρεσία μπαίνει στο δάσος, ανοίγει
γρήγορα αντιπυρικές ζώνες και προσπαθεί να σβήσει τις φωτιές. Η μέθοδος αντιπυράς που
είναι παντελώς άγνωστη στην Πυροσβεστική είναι η μέθοδος που σε όλο τον κόσμο
σβήνονται οι μεγάλες φωτιές. Η μεγάλη φωτιά, να ξέρετε, σβήνει μόνο με φωτιά. Αυτές οι
φωτιές της Πελοποννήσου μόνο με φωτιά μπορούσαν να σβήσουν. Και το έκαναν οι Κύπριοι
δασολόγοι που είχαν έρθει.
Γνωστός χώρος της άλλης Υπηρεσίας είναι ο δρόμος, η πόλη. Η μία έχει το τσεκούρι
κι ανοίγει αντιπυρικές ζώνες, η άλλη έχει τη μάνικα και περιμένει να έρθουν οι φλόγες κοντά
της και να τις σβήσει με τη μάνικα. Και ρωτάω εγώ απλά.
Δεν είναι καλύτερα η μία να σβήνει τις φωτιές μέσα στο δάσος, κι όταν η φωτιά φτάνει
στα σπίτια να βρίσκει ξεκούραστους ξεδίψαστους και χορτάτους πυροσβέστες, οι οποίοι να
σβήνουν αυτό που ξέρουν, δηλαδή τα σπίτια; Δεν είναι θέμα ικανότητας της μιας ή της άλλης
υπηρεσίας. Αυτή τη στιγμή δεν προστατεύονται ούτε τα δάση ούτε τα σπίτια.
4ο Ερώτημα:
Αν η καλή οργάνωση της Πυροσβεστικής είναι ο λόγος που μεταφέρθηκε η
πυρόσβεση στη Πυροσβεστική Υπηρεσία, τότε μήπως και οι αρρώστιες των δέντρων
μπορούν να μεταφερθούν στα… νοσοκομεία;
Είναι η ίδια αναλογία. Όσο καλά μπορεί να κάνει το δέντρο ένας γιατρός, άλλο τόσο
μπορεί ένας πυροσβέστης να σβήσει μια φωτιά μέσα στο δάσος.
5ο Ερώτημα:
Ολόκληρη η Βουλή το 1993 εξέδωσε για πρώτη φορά ένα ομόφωνο πόρισμα να
κάνουν τον Ενιαίο Φορέα Δασοπυρόσβεσης, δηλαδή έναν φορέα που να ασχολείται μόνο με
τις πυρκαγιές. Και ήδη 2 χρόνια μετά έρχονται να αναιρέσουν όλ’ αυτά και κάνουν το τελείως
αντίθετο απ’ αυτά που οι ίδιοι πρότειναν! Πώς είναι δυνατόν οι ίδιοι άνθρωποι να
αυτοαναιρούνται και να πράττουν τελείως διαφορετικά από αυτό που η έρευνα τους απέδειξε
ως ορθότερο; Αν δεν είναι αυτό παράλογο τότε τι είναι;
6ο Ερώτημα:
Η Δασική Υπηρεσία ξέρει τι σημαίνει φωτιά σε ελατόδασος. Το έλατο δεν
ανανεώνεται, δεν αναδασώνεται ούτε αναγεννάται μετά απ’ την πυρκαγιά. Η Πυροσβεστική
δεν μπορεί να καταλάβει αυτές τις οικολογικές σχέσεις που υπάρχουν. Η Πυροσβεστική δεν
μπορεί να αξιολογήσει τόσο σοβαρά οικολογικά θέματα. Και μόνον αυτό που συνέβη στην
Πάρνηθα με τη μη αναστρέψιμη καταστροφή, δεν είναι αρκετό ώστε να θεωρηθεί τεράστιο
λάθος η απόσυρση της Δασικής Υπηρεσίας από την πυρόσβεση;
7ο Ερώτημα:
Εμείς στο Ινστιτούτο κάναμε το πρόγραμμα με τις κάμερες στη Σιθωνία, για το οποίο
σας μίλησα προηγουμένως. Είναι πρόληψη. Η πρόληψη υπάγεται στη Δασική Υπηρεσία, ενώ
η εποπτεία του δάσους υπάγεται στη Πυροσβεστική Υπηρεσία.
Αυτή τη στιγμή έχουμε εξοπλισμό αξίας 300.000 ευρώ και θέλουμε να τον
παραδώσουμε σε μια Υπηρεσία ώστε να αξιοποιηθεί. Ποια υπηρεσία είναι αρμόδια ώστε να
της τον παραδώσουμε; Απευθυνόμαστε στην Πυροσβεστική η οποία μας λέει ότι αυτό είναι
πρόληψη και μας παραπέμπει στη Δασική. Πάμε στη Δασική και μας λένε ότι αυτό είναι
εποπτεία και μας στέλνουν στην Πυροσβεστική. Κι έτσι, μένει σε εμάς αυτός ο εξοπλισμός και
δεν ξέρουμε πού να τον δώσουμε! Και μετά ζητάμε από μια απαξιωμένη Υπηρεσία να
προστατέψει τα δάση…
8ο Ερώτημα:
Την προηγουμένη εβδομάδα ήμουν προσκεκλημένος ομιλητής στο Πανελλήνιο
Δασολογικό Συνέδριο στην Καστοριά κι έθεσα ευθέως το ερώτημα: «Απαντήστε μου
παρακαλώ συνάδελφοι, πριν γίνουν οποιεσδήποτε ενέργειες, έχετε το κουράγιο, το θάρρος
και την επιθυμία μετά από αυτή την κακή συμπεριφορά απ’ όλη την κοινωνία απέναντί σας,
να προστατέψετε τα δάση; Είστε οι μόνοι που μπορείτε». Η απάντηση που πήρα ήταν: «Εμείς
θέλουμε, αλλά πώς; Είμαστε διαλυμένοι!».
Δεν υπάρχουν Δασικές Υπηρεσίες αυτή τη στιγμή. Υπάρχουν αυτοί που περιμένουν
να βγουν στη σύνταξη και οι νέοι που μπήκαν τώρα και δεν ξέρουν τι σημαίνει δάσος. Ο ιστός
μεταφοράς εμπειρίας από τον παλιό στο νεότερο έχει χαθεί γιατί 20 χρόνια δεν έγινε ούτε
ένας διορισμός.
Είναι δυνατόν σήμερα να αναζητούνται ευθύνες από μια γερασμένη και
υποβαθμισμένη σε ανθρώπινο δυναμικό, μέσα και κονδύλια Υπηρεσία για την ανεπάρκεια
των προληπτικών έργων;
9ο Ερώτημα:
Γνωρίζει κανείς πυροσβέστης τι σημαίνει δασική πυρκαγιά;
Πιστεύετε ότι αυτά που συζητήσαμε σήμερα τα ξέρουν; Είναι η δουλειά τους κι όμως
δεν τα ξέρουν. Δεν ξέρουν τι σημαίνει μέθοδος κατάσβεσης. Ξέρουν μόνο να πετούν νερό με
τη μάνικα. Αυτό λέγεται άμεση μέθοδος. Αυτή όμως είναι αντιμετώπιση πυρκαγιάς, σύμφωνα
με τη παγκόσμια βιβλιογραφία, μόνο για μικρές πυρκαγιές, για να σβήνει χόρτα.
Η αντιμετώπιση για τις μεγάλες πυρκαγιές είναι η έμμεση μέθοδος, αυτό σημαίνει ότι
ανοίγουμε αντιπυρική ζώνη, βάζουμε φωτιά και η μία φωτιά σβήνει την άλλη. Στο Συνέδριο
της Καστοριάς οι Κύπριοι μας είπαν ότι όταν εφάρμοσαν την αντιπυρά και έσωσαν δυο χωριά,
πήγε ο Αξιωματικός της Πυροσβεστικής της περιοχής και τους είπε θα αν συνέχιζαν θα τους
έκλειναν μέσα ως εμπρηστές!!! Διάβασα επίσης Αξιωματικούς της Πυροσβεστικής που έλεγαν
ότι ήρθαν οι Γάλλοι και τους μίλησαν για μια νέα μέθοδο που εφαρμόζουν. Αν δείτε εγχειρίδια
από το 1930 και μετά η αντιπυρά είναι η βασική μέθοδος παγκοσμίως! Εγώ διδάσκω στα ΙΕΚ
και οι μαθητές μου την ξέρουν την αντιπυρά από το Α΄ εξάμηνο.
10ο Ερώτημα:
Και τέλος, το μεγάλο παράπονο που έχουμε εγώ και οι συνάδελφοι μου ερευνητές
είναι ότι εμείς δουλεύουμε και 10-14 ώρες στο Ινστιτούτο για να αποκτήσουμε εξειδικευμένες
γνώσεις. Η έρευνα είναι η δουλειά μας και κανείς δεν ήρθε ποτέ να μας ζητήσει μια γνώμη.
Γιατί τότε η έρευνα; Γιατί η συσσώρευση εξειδικευμένης γνώσης;
Εάν θέλαμε ανακεφαλαιώνοντας να καταγράψουμε τις αδυναμίες ου παρουσιάζει η
πυροσβεστική υπηρεσία στην αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών θα μπορούσαμε να
συνοψίσουμε στα εξής:
Είναι δασοφοβική, διότι δεν γνωρίζει το δάσος
• Λειτουργεί με βάσει αυστηρούς κανονισμούς που κάνουν την προσπάθεια δυσκίνητη
και αναποτελεσματική.
• Κυνηγά τη φωτιά από πίσω, ποτέ δεν στήθηκε απέναντι της.
• Δεν εφαρμόζει μεθόδους κατάσβεσης πέρα από την άμεση.
• Τα περιμένει όλα από τα πυροσβεστικά αεροπλάνα και ελικόπτερα.
• Δεν μπορεί να προλάβει τις φωτιές συγχρόνως στο δάσος και στους οικισμούς.
• Χρησιμοποιεί βαριά πυροσβεστικά οχήματα που είναι ακατάλληλα για δάση.
• Μη μπαίνοντας στα δάση, αχρηστεύονται βασικά έργα πρόληψης (π.χ.
ομβροδεξαμενές)
• Έχει τη δυσκίνητη αυστηρή στρατιωτική δομή και χάνει την ευελιξία της
πρωτοβουλίας των ομαδαρχών.
• Δεν διαθέτει υλοτόμους και χάνει το πλεονέκτημα της διάνοιξης αντιπυρικών ζωνών.
• Το χειρότερο όλων είναι ότι ακόμη δεν παραδέχθηκε ότι καταπιάστηκε με ένα
αντικείμενο πολύ σοβαρό που δεν μπορεί να το διαχειριστεί και να δηλώσει αδυναμία.

Ο Ενιαίος Φορέας Δασοπυρόσβεσης ήταν μια ιδέα εξαιρετικά καλή γιατί προέβλεπε τα
πάντα για τις μεθόδους κατάσβεσης αλλά και το πώς μπορεί να διαμορφωθεί μια παράλληλη
Δασική Υπηρεσία, η οποία θα σβήνει μόνο πυρκαγιές. Θα εκπαιδεύονται οι άνθρωποι μόνο γι’
αυτό. Ζούμε σε μια χώρα όπου είμαστε κυριολεκτικά ξυπόλυτοι όταν καλούμαστε να
αντιμετωπίσουμε τις πυρκαγιές.
Βλέπετε από τη μια τους Αμερικάνους, τους Αυστραλούς δασοπυροσβέστες κι από την
άλλη τους Έλληνες. Βασικό εργαλείο των δασοπυροσβεστών είναι το φλογοβόλο για την
εφαρμογή της έμμεσης μεθόδου. Εκεί έχουμε τους εθελοντές που συγκεντρώνονται από έναν
ομαδάρχη, τους λένε τι θα κάνουν και τους πάνε με υπεύθυνη συνοδεία στη φωτιά. Εδώ ο
καθένας με σαγιονάρες και φανελάκι μπορεί να μπει μες στη φωτιά, να καεί ο άνθρωπος και
να τον βρουν μόνο όταν τον ψάξουν οι οικείοι του. Kι επίσης, τα προστατευτικά μέσα, π.χ. ένα
καταφύγιο φωτιάς που έχει οποιοσδήποτε πυροσβέστης Αμερικάνος, ενώ οι Έλληνες
πυροσβέστες προσπαθούν να σωθούν τελείως απροστάτευτοι. Και είδαμε τα τραγικά
αποτελέσματα των παιδιών που κάηκαν στην Κρήτη, στην Εύβοια και στη Δυτική
Πελοπόννησο.
Αποκατάσταση
Τι συμβαίνει μετά τις πυρκαγιές;
Πιέζουμε όλοι τον Δήμαρχο, ο Δήμαρχος πιέζει τον Νομάρχη, εκείνος πιέζει την
Κυβέρνηση για άμεσα έργα αποκατάστασης και η κυβέρνηση αντί να λειτουργήσει ως
βαλβίδα απορρόφησης όλης αυτής της πίεσης, τη μεταφέρει στη Δασική Υπηρεσία και της
αναθέτει να υλοποιήσει μεταπυρικά έργα. Τι είδους έργα, κανέναν δε νοιάζει!… «Άνοιξε
λάκκους… βάλε φυτά… δε με νοιάζει, αυτό θέλει ο κόσμος…!». Έχω μιλήσει με αρκετούς
πολιτικούς και πιστέψτε με, αυτή είναι η αγωνία τους, να μη τους κατηγορήσουν ότι δεν
κάνουν τίποτα μετά τις φωτιές και όχι το τι θα κάνουν.

Μιλάμε όλοι για αναδασώσεις. Για να κάνεις μια αναδάσωση πρέπει να ξέρεις από τι
αποτελείται το κάθε τμήμα της γης. Είναι όξινο; αλκαλικό; είναι βαθύ; αμμώδες; πηλώδες; τι
χαρακτηριστικά έχει;
Αυτή τη στιγμή η Πελοπόννησος είναι γεμάτη από ανθρώπους άσχετους που υλοποιούν τα
μεταπυρικά έργα.
Η σύγχρονη τεχνολογία Συστημάτων Γεωγραφικής Πληροφορίας (Geographical
Information Systems) μας δίνει τον τρόπο να δούμε ότι π.χ. σε έδαφος επιπέδου οξύτητας ph
6 μπορούν να αναπτυχτούν 20 φυτά. Αν αυτό το συνδυάσουμε με το βάθος του εδάφους,
δηλαδή φυτά που δεν αντέχουν το ρηχό έδαφος και τα αποκλείουμε. Το ίδιο πρέπει να
κάνουμε και με όλους τους οικολογικούς παράγοντες. Έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι
σε μια συγκεκριμένη περιοχή μπορούμε να φυτέψουμε 4-5 φυτά. Και αυτά πρέπει να
βάλουμε, κι όχι ό,τι φυτά διαθέτει το εκάστοτε φυτώριο.
Είπαμε κάποια στιγμή ότι θα κάνουμε αναδασώσεις. Έχουμε 46 κρατικά φυτώρια και
από αυτά θα πάρουμε το υλικό. Πήραμε 16 τυχαία κι είδαμε ότι τα φυτά που παράγουν
(ψευδακακίες, λιγούστρα) δεν υπάρχουν στα ελληνικά δάση και είναι κατάλληλα μόνο για
δρόμους κι ελεγχόμενες περιοχές. Τα δέντρα που χρειάζονται, όπως η κουμαριά που είναι
αναπόσπαστο στοιχείο του μεσογειακού δάσους, δεν υπάρχει.
Αν θέλαμε λοιπόν κάποια στιγμή να αναδασώσουμε την Ελλάδα με κουμαριές, θα
είχαμε μόνο για 35 στρέμματα παίρνοντας τα φυτά και από τα 46 φυτώρια. Από αγριελιά που
είναι το χαρακτηριστικότερο μεσογειακό φυτό, μόνο 7 στρέμματα, ενώ σχοίνο μόνο 350
στρέμματα.
Έβαλαν στο Σέιχ-Σου λιγούστρα, πυράκανθους, πικροδάφνες… Όταν βάζεις ένα
φυλλοβόλο στο χώρο που ευδοκιμούν μόνο αείφυλλα, τι τύχη μπορεί να έχει; Κανένα
φυλλοβόλο δεν μπορεί να αναπτυχθεί στα μεσογειακά περιβάλλοντα.
Θα σας εξηγήσω ένα μοντέλο.
Ο αέρας κινείται κατά μήκος της θάλασσας. Μόλις βρει βουνό, αρχίζει να ανεβαίνει.
Όσο ανεβαίνει, η πίεση του αέρα μειώνεται άρα ο όγκος διαστέλλεται. Όσο διαστέλλεται, ο
όγκος ψύχεται. Από ένα σημείο και πάνω αρχίζουν οι πρώτες βροχές γιατί η ψύξη είναι τόσο
μεγάλη που οι υδρατμοί γίνονται σταγόνες και όσο ανεβαίνουμε πιο πάνω η βροχή γίνεται
μεγαλύτερη.
Η βλάστηση στην Ελλάδα λοιπόν διαμορφώνεται σε ζώνες ανάλογα με την ποσότητα
και την εποχικότητα των βροχών, τις όποιες κανείς δεν μπορεί να τις ξεπεράσει.
Υπάρχει η εύφλεκτη (μεσογειακή) ζώνη.
Υπάρχει η ζώνη των φυλλοβόλων δρυών όπου πέφτουν βροχές και τα δέντρα είναι
φυλλοβόλα.
Μετά έχουμε τη ζώνη με τις οξιές και τα έλατα με επίσης πολλές βροχές.
Δεν μπορούμε λοιπόν να πάρουμε φυτά από τη μία ζώνη και να τα φυτέψουμε σε μια
άλλη. Είναι καθορισμένα από τη φύση.
Στο Σέιχ-Σου, για παράδειγμα, φύτεψαν πικροδάφνες αλλά άρχισαν τα πεύκα να
φυτρώνουν γύρω-γύρω και το φυτό δεν μπόρεσε να επιβιώσει. Το ίδιο έχει συμβεί και στον
Υμμητό, που έχει καεί δύο φορές μέσα σε τρία χρόνια! Γίνανε έξοδα χωρίς αποτέλεσμα.
Έχουμε πολλές φορές προειδοποιήσει τους κυβερνώντες ότι όταν δίνεις εκατομμύρια
για να κάνεις αυτό που η φύση θα το κάνει από μόνη της – αρκεί να προστατευτεί – το μόνο
που θα καταφέρουν είναι να δημιουργήσουν μια νέα κάστα εμπρηστών, που θα είναι οι
αποκαταστάτες του δάσους.
Τι σημαίνει αυτό; Αν εγώ πάρω εκατομμύρια για να ανοίξω λάκκους και να βάλω
φυτά, μπορεί τα φυσικά δέντρα να εξαφανίσουν αυτά τα φυτά, εγώ όμως τα λεφτά τα έχω
πάρει. Γιατί να μην είναι κίνητρο για να κάψω και τον υπόλοιπο Υμμητό ώστε να πάρω κι
άλλα χρήματα;
Αντιδιαβρωτικά έργα
Έχουν ακουστεί πολλά για τα αντιδιαβρωτικά έργα, όπως ότι θα σωθούμε αν
βάλουμε κλαδοπλέγματα κατά μήκος των ισοϋψών. Για να δούμε πόσο επικίνδυνο είναι αυτό
που γίνεται και πόσο διαφέρει αυτό που πρέπει να κάνουμε με αυτό που τελικά κάνουμε ας
δούμε το ακόλουθο παράδειγμα.
Αν πάρουμε μια φέτα ψωμί και την αφήσουμε στο τραπέζι θα αρχίσει να μουχλιάζει
και θα αποδομηθεί. Αν την κάνουμε φρυγανιά, θα αντέξει αρκετά χρόνια χωρίς να μουχλιάσει.
Έτσι θα παραμείνει στο τραπέζι μας για πολύ περισσότερο χρόνο. Όλα αυτά τα κλαδιά που
χρησιμοποιούνται για κλαδοπλέγματα είναι από δέντρα που πέθαναν από υψηλές
θερμοκρασίες και χάνοντας την υγρασία τους μετατρέπονται ουσιαστικά σε φρυγανιές.
Είχαμε μια διαφωνία με έναν καθηγητή του Αριστοτέλειου πανεπιστήμιου από αυτούς
που σχδίασαν και τοποθέτησαν τα κλαδοπλέγματα. Εγώ υποστήριζα ότι ο χρόνος διάσπασης
αυτών των κλαδιών θα είναι 20 χρόνια περίπου. Εκείνος υποστήριζε ότι σε 3 χρόνια θα
αποδομηθούν όλα και έτσι δε θα υπάρχει πρόβλημα στο δάσος. Προχθές, στο Συνέδριο της
Καστοριάς παραδέχτηκε ότι έκανε λάθος, γιατί 10 χρόνια μετά τη φωτιά στο Σέιχ-Σου τα
κλαδοπλέγματα βρίσκονται ακόμη εκεί.
Μιλάμε για 800 χλμ. καύσιμης δασικής ύλης ξηρότατης μορφής σε διάταξη καύσης.
Αυτό στο εξωτερικό το κάνουν όταν θέλουν να οδηγήσουν τη φωτιά κάπου εφαρμόζοντας το
λεγόμενο προδιαγεγραμμένο πυρ, δηλαδή βάζουν τα κλαδιά το ένα δίπλα στο άλλο και
προκαλούν τη φωτιά.
Κατά τη γνώμη μου δεν έπρεπε εξαρχής να μπουν στο δάσος που έχει αρχίσει να
αναπτύσσεται για να τοποθετήσουν τα κλαδοπλέγματα ή για να βάλουν νέα φυτά. Τα
μηχανήματα που μπήκαν για να τοποθετήσουν τα κορμοδέματα και να βάλουν νέα φυτά
συμπίεσαν το έδαφος ενώ οι σπόροι που ήδη υπήρχαν σκεπάστηκαν και το μέρος έμεινε
γυμνό και άγονο.
Δεν είναι καλύτερα να αφήσουμε τη φύση να κάνει μόνη της τη δουλειά της; Πότε
δηλαδή πλημμύρισε η Θεσσαλονίκη στα 3.300 χρόνια της ύπαρξής της και τώρα φοβόμαστε
μήπως πλημμυρίσει τον πρώτο χρόνο; Κι αυτό γιατί στο δεύτερο και στον τρίτο χρόνο θα
έχουν αναπτυχθεί τα πουρνάρια και οι κουμαριές. Θα είναι τόσο μεγάλα και πυκνά που δεν
υπάρχει τέτοιο θέμα.
Κι όμως, αυτή τη στιγμή και με την ίδια λογική, σε όλη τη Δυτική Πελοπόννησο και
στην Πάρνηθα τοποθετούνται αυτά τα κλαδιά!
Υπάρχουν και οι κορμοί οι οποίοι δένονται, τα κορμοδέματα τα οποία είναι λιγότερο
επικίνδυνα, αλλά τουλάχιστον απ’ ό,τι μου περιέγραψε συνάδελφος που ήταν στον Υμμητό σε
μια φωτιά φέτος, δεν μπόρεσαν να σβήσουν τη φωτιά όταν άρχισαν να καίγονται οι κορμοί.
Και δεν είναι μονάχα ότι καίγονται οι κορμοί!
Ο αέρας μεταφέρει τους σπόρους απ’ όλα τα φυτά και τους μαζεύει κατά μήκος των
κορμών. Τον Ιούλιο-Αύγουστο ξεραίνονται και δημιουργούν ένα φυτίλι ξηρής ουσίας με
αποτέλεσμα να μεταφέρεται η φωτιά. Έτσι είχε καεί η Πεντέλη το 1998, ενώ είχε ξανακαεί το
1995. Μέσα σε 3 χρόνια είχαμε 2 πυρκαγιές στο ίδιο μέρος. Όταν ρώτησα πώς κάηκε μου
είπαν ότι η φωτιά μεταφερόταν κατά μήκος των κορμοδεμάτων.
Τι είναι προτιμότερο; Να βάλουμε αυτά για να μην πλημμυρίσει μια πόλη; Μια πόλη
ή ένα χωριό θα πλημμυρίσει ούτως ή άλλως, εφ’ όσον τα ρέματα είναι μπαζωμένα. Ανοίξτε τα
μπαζωμένα ρέματα κι αφήστε το νερό να φύγει!
Το δάσος δεν είναι πανάκεια και μην πιστεύετε ότι μπορεί να ανακόψει το νερό. Στην
πλήρη του μορφή μέχρι 2,5-3 χιλιοστά βροχής μπορεί να απορροφήσει. Η υπόλοιπη βροχή
θα πάει στα ρέματα. Αν τα ρέματα είναι μπαζωμένα δεν υπάρχει καμία ελπίδα είτε υπάρχει
δάσος, είτε όχι.
Αλλά το να δημιουργούμε για 15-20 χρόνια αυτό το δυναμίτη μέσα στο δάσος – και το
έχουμε σε όλα τα δάση τα οποία καίγονται – και να ξαναπάρει φωτιά και να καούν τα πεύκα
πριν βγάλουν σπόρους, δηλαδή πριν περάσουν 10-15 χρόνια για να αναπτυχθεί η καινούρια
μάζα των σπόρων, τότε θα μιλάμε για μη αναστρέψιμη καταστροφή.
Αν ρωτήσω εσάς, που δεν έχετε εξειδικευμένες γνώσεις δασολογίας αν θα κάνατε
κάτι τέτοιο θα λέγατε όχι. Γιατί όποιος θέλει να ακούσει θα πειστεί. Όποιος όμως έχει
συμφέροντα να μην ακούσει – γιατί όλα αυτά είναι έργα που πληρώνονται – δε θα ακούσει.
Το πρόβλημα των δασών μας δεν είναι οι φωτιές.
Είναι οι αποκαταστάτες μετά τις φωτιές!!!
Σας ευχαριστώ πολύ για την υπομονή σας.
* Ο Δρ. Παύλος Κωνσταντινίδης είναι ερευνητής του Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών
Θεσσαλονίκης ΕΘΙΑΓΕ.
Θα βρείτε και άλλα άρθρα και ομιλίες του στο Οικολόγιο:
http://www.oikologio.gr/component/option,com_docman/task,cat_view/gid,126/Itemid,103/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s